Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

H ταυτότητα των Αρβανιτών 2. Αρβανίτες και εθνογένεση

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η γενναία Αρβανίτισσα

Η ιδιαίτερη (αν και όχι παγκοσμίως πρωτοτυπούσα) τυπολογία του εθνικισμού των βαλκανικών χωρών επιδίδεται σε μία παράδοξη διελκυστίνδα μάχης με το χρόνο. Με δεδομένο ότι η σημερινή έννοια του έθνους είναι κάτι σχετικά νέο στην ιστορία και μπορεί να αναζητηθεί στις αρχές της γαλλικής επανάστασης του 1789, κάθε λαός, εθνοτική ομάδα κλπ που αποφάσισε να σταθεί ως «έθνος» στο παγκόσμιο στερέωμα, έπρεπε να βρει, να αναδιαμορφώσει, να αναπλάσει ή ακόμα και να επινοήσει ένα «εθνικό» παρελθόν. Τα πρόσφορα υλικά άλλοτε ήταν άφθονα (π.χ. Ελλάδα), ενώ άλλοτε ήταν πενιχρά ή ακόμη και ανύπαρκτα, οπότε έπρεπε να αναζητηθούν ακόμη και στην ιστορία γειτονικών λαών (π.χ. ΠΓΔΜ).
Το ίδιο συνέβη και με την Αλβανία. Μέχρι το 1878 (Λίγκα του Πρίζρεν) δεν μπορεί να γίνει λόγος για «αλβανικό έθνος». Μέχρι τότε υπήρχε μία εθνοτικο-θρησκευτική τριχοτόμηση των αλβανόφωνων πληθυσμών:
α) Οι μουσουλμάνοι αλβανόφωνοι (οι επονομαζόμενοι Τουρκαλβανοί) ήταν πλήρως ταυτισμένοι με την οθωμανική εξουσία και αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά της  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. 
β) Οι καθολικοί αλβανόφωνοι ήταν προσανατολισμένοι στο Βατικανό, στην Αυστροουγγαρία και στην Ιταλία μετέπειτα.
γ) Οι ορθόδοξοι αλβανόφωνοι ήταν ταυτισμένοι με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ρωμαίικη ελληνορθόδοξη ταυτότητα, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στο Βυζάντιο και κατά τα έτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι Ρωμιοί, ήταν οι ορθόδοξοι πληθυσμοί των Βαλκανίων. Η ταυτότητά τους ήταν θρησκευτική, σφυρηλατήθηκε κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έτσι τους διαχώριζε και η οθωμανική διοίκηση (ρουμ μιλιέτ). Φυσικά ανάμεσα στους Ρωμιούς υπήρχαν διαφορές (γλωσσικές, τοπικές, εθνοτικές), οι οποίες κατά τα έτη της βαλκανικής εθνογένεσης «οξύνθηκαν» ιδεολογικά και αποτέλεσαν την γενεσιουργό αιτία των βαλκανικών εθνών.
Η ελληνική εθνογένεση προηγήθηκε όλων των εθνογενέσεων στα Βαλκάνια και μπορεί να οριοθετηθεί στα τέλη του 18ου αιώνα. Αντίθετα, η αλβανική εθνογένεση ήρθε έναν αιώνα μετά.

Εννοιολογικές επισημάνσεις

Ως Αρβανίτες χαρακτηρίζονται οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι κάτοικοι της Ελλάδας.  Μερικές εννοιολογικές επισημάνσεις:

1. Λέγοντας «αλβανόφωνοι» πληθυσμοί εννοούμε ότι οι Αρβανίτες μιλούσαν μία διάλεκτο της αλβανικής. Η «αλβανική γλώσσα» δεν έχει εθνικό πρόσημο, όπως καμία γλώσσα δεν έχει αν δεν ταυτιστούν οικειοθελώς οι χρήστες της με κάποιο συγκεκριμένο έθνος. Έτσι σήμερα, υπάρχει η γερμανική γλώσσα την οποία χρησιμοποιούν οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Ελβετοί και ένα μέρος των Βέλγων. Υπάρχει η αγγλική που χρησιμοποιούν δεκάδες χώρες ως επίσημη, ενώ το ίδιο συμβαίνει με την αραβική, την ισπανική και άλλες γλώσσες. Δεν σημαίνει φυσικά ότι ένας Χιλιανός είναι Ισπανός ή ένας γερμανόφωνος Ελβετός είναι Γερμανός εθνικά, ούτε ότι ένας Νεοζηλανδός νιώθει ομοεθνής με έναν αγγλόφωνο Καναδό.  Η γλώσσα είναι ένα συστατικό στοιχείο του έθνους, όχι όμως χωρίς την ταύτιση του χρήστη με κάποιο έθνος. Συνεπώς αποτελεί παραλογισμό για τον αλβανικό εθνικισμό να ταυτίζει με το αλβανικό έθνος τους Αρβανίτες. Επίσης αποτελεί λάθος να συνδέεται στην Ελλάδα ο όρος «αλβανόφωνοι» με εθνική μειοδοσία και έλλειψη πατριωτισμού. Ένα από τα βασικά βήματα ενασχόλησης με τέτοια θέματα που αποτελούν «ταμπού», είναι πρωτίστως η διάθεση επαναδιατύπωσης αλλά και αποδόμησης κάποιων παγιωμένων θέσεων και προκαταλήψεων που έχουν εντυπωθεί στον μέσο νου από τη μαζική παιδεία και την mainstream θεώρηση της εθνικής ιστορίας. 

2. Η λέξη «Αλβανός» αποκτά εθνικό πρόσημο στα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως μετά το 1913 και την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Μέχρι τότε, οι σημερινοί Αρβανίτες ονομάζονται επίσημα «Αλβανοί» από όλους, ακόμη και από το επίσημο ελληνικό κράτος. Ο όρος όμως αυτός δεν έχει «εθνικό» φορτίο, και αποτελεί μία χροιά του ελληνισμού, τέμνοντας κάθετα την έννοια του ελληνισμού όπως άλλες παρεμφερείς συνδηλώσεις του: όπως υπάρχουν οι Κρήτες, οι Ηπειρώτες, οι Θράκες, έτσι υπάρχουν και οι «Αλβανοί Έλληνες». Η  χρήση της λέξης «Αρβανίτης» έχει  σπανιότερη χρήση και με αρκετά συγκεχυμένο νόημα (πότε αφορά τους ορθόδοξους αλβανόφωνους, πότε τους ελληνόφωνους, πότε όλους μαζί αδιαιρέτως). 

3. Το ελληνικό κράτος από τα 1878 και μετά προσπαθεί να προσεταιριστεί το αλβανικό έθνος που αναδύεται. Στηρίζει ως κρατικό δόγμα το εξής: Θεωρεί τους Έλληνες και τους Αλβανούς ως δύο αδελφά έθνη, ομοούσια και αδιαίρετα,  και χρησιμοποιεί τους «Αλβανούς Έλληνες», δηλαδή τους Αρβανίτες, ως «συγκολλητική ουσία» αυτού του αφηγήματος. Όλη η διανόηση, ο τύπος, οι επίσημες κυβερνητικές θέσεις και η ελληνική αλυτρωτική πολιτική έχουν την παραπάνω θέση ως επίσημο δόγμα, από το οποίο όποιος παρεκκλίνει θεωρείται εθνικός μειοδότης (είναι κάτι αντίστοιχο με την περίπτωση της ΠΓΔΜ στις αρχές της δεκαετίας του 90).  Η προσπάθεια αυτή σταματά επίσημα το 1913, με την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Έκτοτε, ο όρος «Αλβανός» εγκαταλείπεται σταδιακά αφού αποκτά σαφές εθνικό πρόσημο και οι Αλβανοί μετατρέπονται από «αδελφό έθνος» σε ένα νέο, πονηρό και πανούργο εθνικό συνονθύλευμα που επιβουλεύεται την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Αναπόφευκτη επίπτωση του αλυτρωτικού ναυαγίου για το ελληνικό κράτος, είναι η δαιμονοποίηση της γλώσσας και της ιστορίας των αλβανόφωνων Ελλήνων, οι οποίοι αφού επί σειρά δεκαετιών χρησιμοποιήθηκαν ως καύσιμη ύλη του ελληνικού αλυτρωτισμού, τελικά αποτέλεσαν προϊόν ιδεολογικής απόχρεμψης και παράπλευρη απώλεια μίας εθνικής αστοχίας. Η συνέχεια γνωστή: η ιστορία και η γλώσσα των Αρβανιτών έπρεπε να μπούνε στη λήθη, να ξεχαστούν και στην ανάγκη να παταχθούν από το επίσημο ελληνικό κράτος.
Σημείωση: η προσπάθεια του Αρ.Κόλλια και των συν αυτώ να θεωρηθούν Έλληνες και Αλβανοί ως αδελφά έθνη, στηρίχθηκε ιδεολογικά  στην αντίστοιχη επιχειρηματολογία του ελληνικού κράτους κατά τα έτη 1878-1913. Η προσπάθεια αυτή φυσικά απέτυχε στις δεκαετίες 1980 και 1990 και δυστυχώς έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επεδίωκε (θα ασχοληθούμε με το θέμα αυτό σε επόμενη δημοσίευση).

Η συνεισφορά των αλβανόφωνων Ελλήνων στην παγίωση και την συνοχή του ελληνικού έθνους.

Οι Αρβανίτες, ως μέλος της εθνοθρησκευτικής (ή εθνοτικής) ελληνορθόδοξης ταυτότητας των Ρωμιών, συναποτέλεσαν μαζί με το ελληνόφωνο στοιχείο τη βάση του εξεγερμένου ανακαινιζόμενου ελληνικού έθνους στην επανάσταση του 1821. Η θρησκευτική πίστη τότε ήταν το κύριο εθνικό δηλωτικό και μάλιστα σε απόλυτο βαθμό και δεν ήταν, όπως τώρα, ένας δρόμος εσωτερικής και μεταφυσικής αναζήτησης. Όποιος από ορθόδοξος γινόταν μουσουλμάνος, αυτόματα γινόταν Τούρκος. «Τούρκεψε» έλεγαν οι ορθόδοξοι -ενώ οι Αρβανίτες έλεγαν "μούτισε" ["μουτ": κόπρανα, στα αρβανίτικα] για αυτού του είδους τις μεταστροφές. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πρώτα συντάγματα και επαναστατικά πολιτεύματα του 1821 ως «Έλληνες» χαρακτηρίζονταν όσοι κάτοικοι της Ελλάδας πίστευαν στον Χριστό. Από την άλλη, οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι στην Επανάσταση του 1821 (όπως και φυσικά οι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι) πήραν το μέρος των Οθωμανών. Υπήρξαν πολλές μάχες όπου οι επαναστάτες ήταν Αρβανίτες και οι μαχητές του οθωμανικού στρατού ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι. Ακόμα και στην ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, το κύριο εθνικό δηλωτικό βάσει του οποίου έγινε η ανταλλαγή ήταν η θρησκεία: ως Έλληνες χαρακτηρίστηκαν οι ορθόδοξοι κάτοικοι της σημερινής Τουρκίας. Αρκετοί από αυτούς ήταν τουρκόφωνοι (Καπαδόκες, Γκαγκαβούζηδες, τουρκόφωνοι Πόντιοι Μπαφραλήδες κλπ). Αντίστοιχα, εκατοντάδες χιλιάδες ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της σημερινής Ελλάδας εκδιώχθηκαν στην Τουρκία ως εθνικά Τούρκοι.
Συνεπώς, η στοιχειώδης γνώση της ιστορίας απλοποιεί αρκετά τα πράγματα στην περίπτωση των Αρβανιτών. Οι Αρβανίτες είναι σάρκα από την σάρκα του ελληνικού έθνους, συστατικό στοιχείο και ψυχή αυτού. Ποτέ δεν διαχώρισαν τον εαυτό τους από αυτό, ούτε φυσικά ποτέ αμφισβητήθηκε η ελληνικότητά τους. Τα αρβανίτικα, τα τσακώνικα, τα τούρκικα των προσφύγων μετά το 1922, αλλά και η παράλληλη ανάπτυξη πολλών τοπικών ελληνικών διαλέκτων, ήταν ο πλούτος του ελληνισμού και η πολυχρωμία της ελληνικής γλώσσας. Μόνο μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου (1830) και μετά αρχίζει η προσπάθεια εμφύσησης μίας ενιαίας, καθολικής και τυποποιημένης ελληνικής εθνικής συνείδησης, σύμφωνα με τα τότε ισχύοντα στην Δυτική Ευρώπη, μέσω των κρατικών μηχανισμών και άλλων πολιτειακών και λοιπών θεσμών: εκπαίδευση, στρατός, εκκλησία, δικαιοσύνη κλπ.  Αυτή η διαδικασία διήρκεσε πολλές γενιές και όσο μειωνόταν ο αναλφαβητισμός και η γενική αγραμματοσύνη, τόσο περισσότερο βαθιά έμπαινε στην ελληνική κοινωνία.

Δημήτρης Δαλάτσης
12.8.2015







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου