Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Η κοινή ιστορία της περιοχής Τυχερού-Φερών Έβρου

Οι Έλληνες περνούν τον Έβρο, Οκτώβριος 1922.

Η ιστορία των Αρβανιτών της Θράκης  αποτελεί μία  Οδύσσεια, ένα ταξίδι με πολύ πόνο, κακουχίες και θάνατο.  Εκεί που η ομίχλη του θρύλου διαλύεται , εκεί που  το τέλος  του μύθου δίνει τη θέση του στην αρχή της ιστορίας, κάπου εκεί ξεκινά η ιστορία των προγόνων μας. Ξεκινά πάνω στα ψηλά καταπράσινα βουνά της Βορείου Ηπείρου σε υψόμετρο 1.200 μέτρων. Με το χιόνι να έρχεται με τον Άγιο Δημήτριο και να φεύγει με τον Αϊ Γιώργη.  Άγριοι, τραχείς, ευέξαπτοι, αυστηροί, συντηρητικοί, ποιμένες των βαλκανικών «Άλπεων», χτίστες και πελεκητές της ξακουστής ηπειρώτικης πέτρας, έδιναν ζωή στο βουνό, αποτελώντας ένα φυσικό κομμάτι στο υπέροχο μωσαϊκό της καταπράσινης περιοχής του Βιθκουκίου.

     Η εργατικότητά τους έφερε την ανάπτυξη και  την πρόοδο. Το Βιθκούκι είχε την τύχη να βρίσκεται δίπλα στην ξακουστή Μοσχόπολη των γραμμάτων, των τεχνών, των υφαντουργείων και των αξεπέραστων προϊόντων της περιοχής (τάπητες, μαλλί, μετάξι κλπ) που καραβάνια πλουσίων εμπόρων τα πήγαιναν  ίσαμε την Αγία Πετρούπολη, τη Βιέννη, τη Βούδα , την Πέστη, την Κωνσταντινούπολη.  Είναι τότε που το Βιθκούκι βιώνει την μεγάλη του ακμή, μαζί με αυτή της Μοσχόπολης, στις αρχές του 18ου αιώνα.  Αποκτά ξακουστό σχολείο, από όπου ξεπηδούν λόγιοι, δάσκαλοι  και σημαντικοί αρχιερείς της περιοχής. Η οικονομική άνθιση φαίνεται στους περίφημους και πολλούς ναούς που χτίζονται στο Βιθκούκι από τη δεκαετία του 1680 μέχρι το 1750.  Τότε όμως κάνουν την εμφάνισή τους οι Τουρκαλβανοί. Ήταν όσοι αλβανόφωνοι μετεστράφησαν από τον χριστιανισμό στον ισλαμισμό και έγιναν φανατικοί πολέμιοι των χριστιανών της περιοχής. Οι Αρβανίτες στο Βιθκούκι, στην Κιουτέζα και στο Κιάφσεζ υπέστησαν μαζί με τους χριστιανούς της Βορείου Ηπείρου απίστευτα δεινά από τις ορδές των Τουρκαλβανών οι οποίοι υπό την απειλή της γενικής λεηλασίας ζητούσαν από τα χριστιανικά χωριά δυσβάσταχτους φόρους. 
      Το μαρτύριο αυτό κράτησε αρκετά χρόνια και στα μέσα του 1769 οι Τουρκαλβανοί μπήκαν και λεηλάτησαν όλα τα χριστιανικά χωριά. Κατέστρεψαν τη Μοσχόπολη, το Βιθκούκι και όλη την περιοχή.  Μετά την καταστροφή των χωριών τους από τους Τουρκαλβανούς, οι Αρβανίτες  σκόρπισαν. Οι πλούσιοι έμποροι έφυγαν για τη Βιέννη, τη Βούδα και την Πέστη. Άλλοι έφυγαν για κοντινούς προορισμούς (Κορυτσά, Φλώρινα, Κοζάνη κλπ). Οι περισσότεροι όμως κίνησαν ανατολικά. Τα καλοκαίρια δούλευαν στα απέραντα κτήματα των Τούρκων τσιφλικάδων στην Ανατολική Θράκη και ήξεραν την περιοχή πολύ καλά.
Τυχερό Έβρου, 1942.
 
     Ξεκίνησαν λοιπόν προς τα εκεί. Άφησαν το αγαπημένο τους «φσιατ» (χωριό), φίλησαν με συντριβή τους τάφους των προγόνων τους, είδαν το σπίτι τους για τελευταία φορά, φόρτωσαν το βιος τους σε κάρα, έσφιξαν τα δόντια και άρχισαν το μακρινό τους ταξίδι. Τους πήρε περίπου 15 μέρες για να φτάσουν στην Ανατολική Θράκη.  Εκεί κατέλυσαν στον εύφορο ατελείωτο θρακιώτικο κάμπο.  Στα νέα τους χωριά έδωσαν τα ονόματα των χωριών που άφησαν:  Κιουτέζα (Ιμπρίκ Τεπέ) και Βιθκούκι (Σουλτάνκιοϊ).  Πιο δίπλα το Αλτίν Τας, το Παζάρ Δερέ και το Γιλανλή.  Άρχισαν να χτίζουν τις ζωές τους από την αρχή. Έχτισαν ξανά τις εκκλησιές τους και ανάμεσα στο Ιμπρίκ Τεπέ και το Σουλτάνκιοϊ  έχτισαν το μικρό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στις 29 Αυγούστου γινόταν εκεί το πιο ξακουστό πανηγύρι.
     Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και τη  γεωργία. Δυστυχώς η αυταρχική οθωμανική εξουσία κάθε τόσο χάλαγε ό,τι έχτιζαν: άρπαζε τις σοδειές τους,  φορολογούσε άγρια τον πληθυσμό και προέβαινε σε πλήθος αυθαιρεσιών και παρανομιών. Η εξαθλίωση των κατοίκων, ο συνεχής αγώνας για επιβίωση, το αβέβαιο μέλλον και τα βάσανα της ζωής, δεν άφηναν χρόνο για εκπαίδευση, για σχολειά και για γράμματα. Ελάχιστοι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, σχεδόν κανείς τους δεν ήξερε ελληνικά. Μαζί με τους ελληνόφωνους και τους τουρκόφωνους (Γκαγκαβούζηδες) χριστιανούς της περιοχής, οι Αρβανίτες ήταν η  Ρωμιοσύνη, οι συνεχιστές της μακραίωνης βυζαντινής παράδοσης και ιστορίας.
Το εξώφυλλο από το βιβλίο του Ν.Γκότση.

     Το 1872 ιδρύεται σχολείο στο Ιμπρίκ Τεπέ το οποίο σύντομα εξελίσσεται σε έναν δυναμικό πνευματικό πόλο. Η περιοχή γνωρίζει άνθιση και υπό την σκέπη των ελληνικών προξενικών αρχών ο κόσμος της υπαίθρου της Ανατολικής Θράκης αφυπνίζεται εθνικά και σταδιακά μεταβάλλει την ελληνοχριστιανική του θρησκευτική ταυτότητα σε εθνική. 
     Οι Αρβανίτες αρχίζουν να αντιδρούν στην αυθαιρεσία και το πλιάτσικο της οθωμανικής εξουσίας και των περιφερόμενων συμμοριών. Αρκετά παλληκάρια, με αρχηγό τον Χαράλαμπο Γκίρδα βγαίνουν στην παρανομία και χτυπιούνται στα ίσια με τους Τούρκους. Πιο πάνω, στο Μεγάλο Ζαλούφι, οι Αρβανίτες του βορρά υπό τον ξακουστό Δημητράκη Βοεβόδα αντιδρούν και αυτοί. Οι κινήσεις αυτές όμως, ρομαντικές και ανοργάνωτες,  συντρίβονται γρήγορα.

Αρβανίτες από το Τυχερό (δεκαετία 1980).

     Στη συνέχεια, έρχονται οι βαλκανικοί πόλεμοι και αρχίζει μία ταραγμένη δεκαετία, γεμάτη βάσανα και θάνατο, όπως τότε στο Βιθκούκι στην Ήπειρο, μόνο που τη θέση των  Τουρκαλβανών έχουν πάρει οι Νεότουρκοι, οι εθνικιστές του Κεμάλ, οι λάτρεις της φασιστικής ιδεολογίας που άρχισε σαν λαίλαπα στην Ευρώπη και  κατέληξε στο σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Αρβανίτες εξορίζονται στα βάθη της Μικράς Ασίας, εξοντώνονται στα τάγματα εργασίας, βασανίζονται στις τουρκικές φυλακές, οι γυναίκες ατιμάζονται,  μικρά παιδιά δολοφονούνται, μέσα σε ένα γενικό σχέδιο εξόντωσης του ελληνισμού που έχουν εξαπολύσει οι Νεότουρκοι, υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία Γερμανών στρατιωτικών.
     Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914  σηματοδοτεί την περίοδο (1914-1918) όπου ο ελληνισμός της Θράκης βιώνει αβοήθητος την πιο τραγική του περίοδο.  Οι Τούρκοι μπαίνουν τον Απρίλη του 1914 στο Βιθκούκι και το λεηλατούν: βιάζουν τις γυναίκες, σκοτώνουν τους λίγους άνδρες που απέμειναν εκεί, κλέβουν χιλιάδες ζώα.  Οι Αρβανίτες της Θράκης αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και τα τέσσερα αυτά χρόνια αποτελούν τη Μεγάλη τους Εβδομάδα. Νηστικοί, χωρίς σπίτι, χωρίς δεύτερη αλλαξιά, ψάχνουν στη φύση και τρέφονται με ρίζες και βολβούς. Άλλοι δουλεύουν σε τσιφλίκια Τούρκων για ένα κομμάτι ψωμί. Στο τέλος του πολέμου, σχεδόν ένας στους τρεις Αρβανίτες έχει πεθάνει από τις κακουχίες, την πείνα ενώ πολλοί έχουν δολοφονηθεί. 
     Τον Ιούλιο του 1920 ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει την Ανατολική Θράκη. Και τότε ο ελληνισμός βιώνει τη δική του Ανάσταση. Ιούλιο μήνα και τελείται η αναστάσιμη ακολουθία με τις καμπάνες να χτυπάνε και τους Έλληνες να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται εν μέσω πανηγυρισμών και γενικής ευφορίας. Βιώνουν το τέλος  του αιώνιου νόστου και τη γαλήνη του πιο γλυκού ελλιμενισμού. Και τότε σιγά σιγά μαζεύονται στα χωριά τους. Εκεί μετριούνται και βλέπουν ότι λείπουν πολλοί. Προσπαθούν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν. Συνηθισμένοι πια να χάνουν τα πάντα, κάνουν μια νέα αρχή. Ακούνε για τις νίκες του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Μικράς Ασίας και χαίρονται.  
    Τον Αύγουστο του 1922 όμως το μέτωπο σπάει και ο ελληνικός στρατός αρχίζει την υποχώρησή του η οποία μετατρέπεται σε άτακτη φυγή. Τα σύννεφα της θλίψης  ξαναπλώνονται πάνω από τη Θράκη.  Οι παλαιότεροι μυρίζουν την οσμή του θανάτου και ετοιμάζονται για νέα δεινά. Μαθαίνουν για την καταστροφή της Σμύρνης και τρομοκρατούνται. Δεν ξέρουν τι άλλο θα τους συμβεί και περιμένουν. Λαμβάνουν την εντολή να φορτώσουν τα υπάρχοντά τους στα κάρα και να κινήσουν προς τα δυτικά.
     Έτσι, πιστοί σε αυτή την αέναη και παλινδρομική κίνηση της ιστορίας, μαζεύουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, ξαναφιλάνε τους τάφους των προγόνων τους, μένουν ακίνητοι για λίγα λεπτά κοιτώντας τις αυλές των σπιτιών τους, τις εκκλησιές τους, τα χωράφια τους και πάλι φορτώνουν τα κάρα και ξεκινάνε. Για το άγνωστο. Βρέχει καταρρακτωδώς για μέρες. Η λάσπη τους δυσκολεύει αφάνταστα. Δεν τους λένε που θα πάνε, μόνο το ότι θα πάνε δυτικά του Έβρου, στην Ελλάδα, για χάρη της οποίας ανέβηκαν στον Γολγοθά.
Παναγία Κοσμοσώτειρα, Φέρες.
     Είναι κουρασμένοι, αποκαμωμένοι και βασανισμένοι μόλις φτάνουν στο Σουφλί τον Οκτώβρη του 1922. Περιμένουν εκεί λίγους μήνες και μόλις περάσει ο χειμώνας ξεχύνονται νότια. Πάνε πάνω στο ποτάμι, γαντζώνονται απέναντι από τα χωριά τους. Θέλουν να τα βλέπουν, να τα μυρίζουν στον αέρα, να νιώθουν την αύρα της γλυκιάς πατρίδας που άφησαν. Καταλύουν στα χωριά δίπλα στον ποταμό Έβρο: Χάντζιας (Τάρσιο), Τσιακιρτζή (Πυρόλιθος), Μπίτικλι (Τύχιο/Τυχερό),  Φερετζίκ (Φέρες), Μαρχανλή (Πέπλος), Γκεμετζίκιοϊ (Γεμιστή), Τεκέ (Ταύρη), Καβησό, Πυλαία, Μπαξή-Βεη (Κήποι), Σαρχανλή (Αρδάνιο).  Μέσα στον χαμό, οικογένειες χωρίζονται, συγγενείς βρίσκονται  σε διαφορετικά χωριά. Και εκεί ξαναρχίζουν για άλλη μια φορά από την αρχή. Παλεύοντας πότε με τα ορμητικά νερά του Έβρου, πότε με την ξηρασία, πότε με τις ασθένειες. 
     Φτώχεια, ανέχεια και  στερήσεις όπως πάντα. Μόνο που λείπει ο τύραννος. Μόνο που ο αέρας της ελευθερίας είναι τόσο γλυκός, τόσο ελπιδοφόρος για το μέλλον. Μεταξύ τους διατηρούν ισχυρότατους δεσμούς οι οποίοι κορυφώνονται στα πανηγύρια. Σε κάθε πανηγύρι, ειδικά σε αυτά του Τυχερού και των Φερών, όλοι οι Αρβανίτες κινούν με κάρα και εγκαθίστανται για λίγες μέρες στα σπίτια των συγγενών και των φίλων τους. Η φιλοξενία των προσκυνητών, των πανηγυριωτών, αποτελεί ιερή υποχρέωση για τους κατοίκους.  Ανάμεσα στα δρώμενα του πανηγυριού, στο ατελείωτο φαγοπότι (οι Αρβανίτες φημίζονται γι’αυτό!) και στα αρβανίτικα ήθη και έθιμα, συζητάνε για τις νέες ζωές τους και μέσα από προξενιά και νέους γάμους ενισχύουν τους ισχυρούς δεσμούς τους.
     Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφού σιγά σιγά η πρώτη γενιά των προσφύγων πεθαίνει, οι δεσμοί αρχίζουν να χαλαρώνουν. Το μίσος της ελληνικής πολιτείας για τις αλλόφωνες διαλέκτους (αρβανίτικα, τούρκικα, τσακώνικα, σλαβικά) χτυπά την διάλεκτο των Αρβανιτών και τους δημιουργεί συμπλέγματα κατωτερότητας και αισθήματα μίσους για την ιστορία τους. Έτσι, οι επόμενες γενιές μεγαλώνουν μέσα στη λήθη, στη σιωπή μιας ακατανόητης ενοχής, στην ηθελημένη διαγραφή της μνήμης και μέσα σε μία προσπάθεια να μιμηθούν τα δυτικά πρότυπα ζωής. Πολλοί μεταναστεύουν στα μεγάλα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό (κυρίως στη Γερμανία). Παρ’όλα αυτά,  όλοι γνωρίζουν ότι από το Τυχερό μέχρι τις Φέρρες βρίσκονται οι «Αρβαν’τάδις»: ξεροκέφαλοι, ισχυρογνώμονες, εγωιστές, άγριοι και καχύποπτοι. Από την άλλη όμως,  γλεντζέδες, αισιόδοξοι, παθιασμένοι με αυτό που κάνουν  και ικανοί για όλα, σε σημείο μανιώδους αυτοκαταστροφής:  από τη μια να φτάσουν ψηλά και από την άλλη να φθονούν την αντίστοιχη πρόοδο του γείτονά τους. 
      Με τους Σουφλιώτες δεν τα πηγαίναν καλά. Για τους Αρβανίτες, οι Σουφλιώτες ήταν διαφορετικοί: ήταν φιλάργυροι, εξαιρετικά τοπικιστές και συμφεροντολόγοι. Τα ποδοσφαιρικά παιχνίδια μεταξύ Σουφλίου και Τυχερού ανέκαθεν θύμιζαν ματς Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού. Όσο κι αν κανείς δεν δίδασκε στις νέες γενιές την κοινή ιστορία που έχουν εδώ και αιώνες οι Αρβανίτες της περιοχής, τα ίδια επίθετα, η αταβιστική οικειότητα και η αίσθηση της φάρας επιβίωσαν μαζί με τα σχόλια των παππούδων: «στα Φέρε να πας, όχι στο Σουφλί. Γκιούπια, χάινε πίνε κείνε μπάιζουλουμ μου σπούνε»….

Δημήτρης Δαλάτσης
Αθήνα, 4.10.2012
(βασισμένο στο βιβλίο μου, «Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης»).

Υ.Γ. Αφιερωμένο στη συγκινητική προσπάθεια των κατοίκων της περιοχής Φερών-Τυχερού να συνενωθούν διοικητικά σε έναν Δήμο. Το εύχομαι ολόψυχα.
Όποιο αποτέλεσμα κι αν έχει ο ιστορικός αυτός  αγώνας, κρατήστε μία υπόσχεση: να ονομαστεί  μια πλατεία με το όνομα της αρχικής μας κοιτίδας: «Πλατεία Βιθκουκίου». Κι εκεί, ένας μικρός τύμβος, αφιέρωμα και θυσία  στους  άταφους νεκρούς μας και στις δύο αλησμόνητες πατρίδες: και στα δυτικά (Βόρειο Ήπειρο)  και στα ανατολικά (Ανατολική Θράκη).
Υ.Γ.2  Αφιερωμένο επίσης στον Κώστα Καζάκη. Εύχομαι γρήγορη ανάρρωση!