Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

26 Απριλίου 1914. Η λεηλασία του Σουλτάνκιοϊ (Βιθκουκίου) Ανατολικής Θράκης



Τον Απρίλιο του 1914 το κλίμα βίας εναντίον του ελληνισμού της Ανατολικής Θράκης εντείνεται. Το Υποπροξενείο Ραιδεστού, σε τηλεγράφημά του στις 7 Απριλίου 1914 προς την ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζει την δεινή θέση των Ελλήνων:  «Τούρκοι οργιάζουσι κατά ημετέρων πανταχόθεν Υποδιοίκησιν του Κιοπρού, Μαλγάρων, Κεσάνης, Ραιδεστού, Χαριουπόλεως. Φυλακίζουσι, φονεύουσι, ληστεύουσι, αρπάζουσι περιουσίας και κτήνη κατά χιλιάδας και επαρχία Σαράντα Εκκλησιών ερημούται Ελλήνων εκδιωκομένων[…]»[1].

Η εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου συνδυάζεται με την εγκατάσταση από την οθωμανική διοίκηση χιλιάδων μουσουλμάνων προσφύγων της βαλκανικής μεταξύ των οποίων και πολλών Αλβανών μουσουλμάνων οι οποίοι αφού εγκαθίστανται, επιτίθενται στους εναπομείναντες χριστιανούς και οικειοποιούνται τις περιουσίες τους: 

«Κατ’ απάνθρωπον και αυθαδέστατον σχέδιον, ολόκληρος ο ορθόδοξος αγροτικός πληθυσμός της Θράκης συμποσούμενος εις 350 περίπου χιλιάδας ψυχών, εξαναγκάζεται να εγκαταλείψη την πάτριον γην εν η επί χιλιετηρίδας έζησε και να παραχωρήση τον τόπον εις τους έξωθεν ερχομένους Μωαμεθανούς και δη ως επί το πλείστον Αλβανούς εκ των Σερβικών μερών πρόσφυγας αφαιρουμένους πρότερον βία όλην την ακίνητον και αυτήν έτι την κινητήν περιουσίαν αυτού και πλείστα άλλα ανήκουστα υφισταμένους δεινά».[2]

Στο πλαίσιο των προαναφερθέντων διώξεων του ελληνικού στοιχείου εντάσσεται η λεηλασία του Σουλτάνκιοϊ που σημειώνεται στις 26 Απριλίου 1914. Αιτία της λεηλασίας είναι η άρνηση των κατοίκων του Σουλτάνκιοϊ να παραδώσουν τα ποίμνιά τους στους Τούρκους των Υψάλων και του Σαρεξάλη. Στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, δεκάδες οπλισμένοι μουσουλμάνοι, υπό την καθοδήγηση των Τούρκων χωροφυλάκων -οι οποίοι ενώ εστάλησαν εκεί για να επιβάλουν την τάξη, συμμετείχαν στη λεηλασία του χωριού-  εισβάλλουν στο χωριό, λεηλατούν τα σπίτια και τις αποθήκες, βιάζουν δεκάδες γυναίκες, σκοτώνουν 5 άνδρες και αρπάζουν χιλιάδες ζώα. Για να βρούνε μάλιστα κρυμμένα χρήματα, σκάβουν  σε πολλά σημεία στο χωριό. 

Η πληρέστερη και λεπτομερέστερη περιγραφή γίνεται από τον Μητροπολίτη Αμισού ο οποίος σε έκθεση που συντάσσει στις 11 Μαΐου 1914 αναφέρει: 
«τη 26 Απριλίου εγένετο επίθεσις εις 18 χωρία περί την 2αν ώρα μετά μέσον. Οι επιδρομείς μέχρι πρωίας κατώρθωσαν να απογυμνώσουν όλας τας οικίας και τας αποθήκας και έσκαψαν διάφορα μέρη προς εύρεσιν χρημάτων[…]. Εν Σουλτάν κιοϊ, χωρίον εκ διακοσίων περίπου οικιών, είχον  αναχωρήσει οι άνδρες και έμειναν αι γυναίκες εν τη ελπίδι ότι δεν θα κακοποιηθώσιν. Οι χωροφύλακες επί κεφαλής νέων προέβησαν εις όργια. Διεκορεύθησαν αι εξής παρθένοι: αι αδελφαί Ελένη και Μελπομένη Κωνσταντίνου, Αγγελούδα Δημητρίου, Παρασκευή Χρήστου, Μαρία Παρασκευά, Ελένη Πέτρου, Αθηνά Στεφάνου, Αθηνά Μιχαήλ και Φίλια Μιχαήλ, άπασαι 12-18 ετών. Αι τρεις των ως άνω κατέφυγον εις την οικίαν του Νικολάου Κερμεντζή όπου εισήλθον οι τρεις χωροφύλακες Αμζάς, Μουσταφάς και Αλής, οι υιοί του εκ του χωρίου Τσαρήτσασλή Ισμαήλ τσασή, Χασάν και Ισμαήλ και οι εκ του χωρίου Τεφικιέ αδελφοί Χασάν και Ισμαήλ και παρέμειναν μέχρι πρωίας ασελγούντες επί των παρθένων. Των άλλων παρθένων βιασταί είναι ο εκ του χωρίου Μπαλήμπατσή Σουλεϊμάν ογλού Σεφκή και Αρίφ Ακή. Γυναίκες ατιμασθείσαι είναι η Μαρία Δημητρίου, Σιμερούδα Χρήστου, Σίρμω Χρήστου, Βασιλική Νικολάου, Σιρματένια Χρήστου, Αθηνά Χρήστου, Σοφία Σταύρου, Σταμάτα Αθανασίου, Μαρία Κωνσταντίνου, Παρασκευή Αριστείδου, Μαρία Λάζου και άλλαι. Εις το χωρίον τούτο εσφάγησαν οι Δημήτριος Στάθης, Χρήστος Πράβτζης και Νικόλαος Δίρτζας, επληγώθησαν δε ο Νικόλαος Κερμεντζής και Σταύρος Μήτρου. Απήχθησαν υπό των επιδρομέων οι Ευάγγελος Γκίλιου, Νικόλαος Αραμπατζής και Δημήτριος Χρήστου, ων άγνωστος η τύχη, ως και η του Δημητρίου Βογιατζή. Εκλάπησαν 6.600 πρόβατα, 3.000 αρνία και 800 άλλα ζώα». [3]

Πηγή: Δημήτρης Δαλάτσης, Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης, Αθήνα 2012, τόμ.Α', σσ.290,292-3.  Αναλυτική περιγραφή της λεηλασίας του Σουλτάνκιοϊ γίνεται στις σελίδες 290-295 του ως άνω βιβλίου. 

Αφιερωμένο στη μνήμη των αδικοχαμένων προγόνων μας που χάθηκαν διότι ήταν οι "άλλοι" σε ένα άθλιο παιχνίδι που παίζεται από τότε που υπάρχει ο άνθρωπος. Homo homini lupus (ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος):
  




_______________________________________

[1] Ελληνική Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, 4.4.1914, 10:45 (τηλεγράφημα). Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (Α.Υ.Ε.) 1914. Φ. Α/21 ε’ (Διπλωματικαί ενέργειαι σχετικώς με τους εν Τουρκία Διωγμούς των Ελλήνων.Ιανουάριος-Μάιος 1914). Αρ.Πρωτ.9708/8.4.1914.

[2] Ελληνική Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, 7.4.1914, 01:30 (τηλεγράφημα). Α.Υ.Ε. 1914, Φ.Α/21ε’ (Διπλωματικαί ενέργειαι σχετικώς με τους εν Τουρκία Διωγμούς των Ελλήνων.Ιανουάριος-Μάιος 1914). Αρ.Πρωτ.9564/8.4.1914. Στην αρχή του τηλεγραφήματος αναφέρεται: «Στιγμήν ταύτην ελήφθη επόμενον τηλεγράφημα Υποπροξένου Ραιδεστού ού το περιεχόμενον ανακοινώ Πρεσβείαις Ρωσσίας και Αγγλίας ίνα χρησιμοποιήσωσι τα αγγελλόμενα εις διάβημά των παρά Μ.Βεζύρη γενησόμενον μετά μεσημβρίαν».
[3]  Κατάλογος βιαιοτήτων εν Θράκη (ανυπόγραφο και αταξινόμητο). Α.Υ.Ε. 1914, Φ.Α/21α’, τμ.α’.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Βασιλική Λαμπρίδου-Φωτάκη, η «κυρά των Μαρασίων», η αγέρωχη Αρβανίτισα από το Μεγάλο Ζαλούφι



Η προτομή της κυράς των Μαρασίων
 Η «Κυρά των Μαρασίων» Βασιλική Λαμπρίδου – Φωτάκη, γεννήθηκε στο Μεγάλο Ζαλούφι το 1904 και απεβίωσε στις 19 Ιουνίου 2011 σε ηλικία 107 ετών. Για περισσότερα από 50 χρόνια ύψωνε στην αυλή του σπιτιού της, 300 μέτρα από τα τουρκικά φυλάκια, την ελληνική σημαία. Για τους στρατιώτες που υπηρέτησαν στο Τρίγωνο, υπήρξε όλα αυτά τα χρόνια μια στοργική δεύτερη μάνα.
    Η "κυρά Βασιλικούδα", όπως την αποκαλούσαν οι συγχωριανοί της, γυναίκα σύμβολο των Ελλήνων ακριτών, γεννήθηκε στο Μεγάλο Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης. Από παιδί γνώρισε την ορφάνια και την πίκρα της προσφυγιάς, καθώς η οικογένειά της μετακινήθηκε κυνηγημένη από τους Τούρκους στην Αδριανούπολη. Με την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922 εγκαταστάθηκε προσωρινά στο Ελληνοχώρι Διδυμότειχου και έπειτα στο Σάκο της Νέας Ορεστιάδας.
        
Η κυρά των Μαρασίων
   
Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τέσσερα παιδιά. Και όταν έχασε τα τρία σε νεαρές ηλικίες, άρχισε να αντιμετωπίζει σαν δικά της παιδιά όλα τα Ελληνόπουλα και ιδιαίτερα τα στρατευμένα. Το 1962 εγκαταστάθηκε οριστικά στο χωριό Μαράσια, στο Δήμο Τριγώνου. Το σπίτι της είναι το τελευταίο του οικισμού, δίπλα στο ακριτικό φυλάκιο και 300 μέτρα από τα τουρκικά φυλάκια, με φυσικό σύνορο τον Έβρο.
    Για πενήντα χρόνια ήταν εκείνη που ύψωνε καθημερινά την Ελληνική σημαία στην αυλή του σπιτιού της, μερικές εκατοντάδες μέτρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα. Έλεγε ότι ακούγοντας τους Τούρκους από την άλλη πλευρά ένιωθε πάντα την ανάγκη να δηλώνει την παρουσία της και την ελληνικότητα του τόπου. "Για να φαίνεται η σημαία απέναντι, εκεί όπου γεννήθηκα", έλεγε. Όσοι υπηρέτησαν τη στρατιωτική θητεία τους στον Βόρειο Έβρο τη θυμούνται με ευγνωμοσύνη. Τους μαγείρευε, τους έπλενε, τους συμβούλευε σαν δικά της παιδιά.


Το σπίτι της Κυράς των Μαρασίων

Για την προσφορά της στην πατρίδα και στα στρατευμένα νιάτα είχε τιμηθεί το 2007 από την Ακαδημία Αθηνών, κατόπιν πρότασης του Δήμου Τριγώνου, που εξέφρασε την εκτίμηση και αγάπη όλης της τοπικής κοινωνίας. Το 2010 τιμήθηκε επίσης από τον Στρατό Ξηράς. Η κηδεία της έγινε στα Μαράσια Έβρου με τιμές εν ενεργεία αξιωματικού.
    Στις 29 Σεπτεμβρίου 2012, ο Δήμος Ορεστιάδας τίμησε την «κυρά των Μαρασίων» πραγματοποιώντας τα αποκαλυπτήρια της προτομής της, την οποία φιλοτέχνησε ο γλύπτης Χρήστος Μπάρδης. Η προτομή τοποθετήθηκε στην αυλή του σπιτιού της, λίγα μέτρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα.[1]

  Δημήτρης Δαλάτσης
  27.2.2013 

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Ένα αρβανίτικο μοιρολόι από την Ανατολική Θράκη


               Ένα υπέροχο κρητικό μοιρολόι από τον Λουδοβίκο των Ανωγείων

Με το μοιρολόι  εννοούμε τον θρήνο, τα θρηνητικά τραγούδια κυρίως είτε αυτά αναφέρονται στον θάνατο είτε στην αγάπη είτε στα βάσανα της ζωής.
Με καταβολές πολύ παλιές και με τις πρώτες αναφορές στον Όμηρο, στον θρήνο για τον χαμό του Πατρόκλου και τον θάνατο του Έκτορα.
Κάθε περιοχή της Ελλάδος έχει και τη δική της παράδοση στα αντίστοιχα τραγούδια.
Από τους μικρασιάτικους αμανέδες, τα ποντιακά μοιρολόγια, τα ηπειρώτικα, τα κρητικά-ριζίτικα, τα μανιάτικα.
Έτσι και οι πρόγονοί μας, οι Αρβανίτες της Βορείου Ηπείρου, φεύγοντας  για την Ανατολική Θράκη (σε δύο κύματα, το 1566 και το 1769) πήραν εκεί και τις παραδόσεις τους, τμήμα των οποίων ήταν τα μοιρολόγια. Το μοιρολόι δραματοποιεί τον θάνατο, τον αποχωρισμό από το αγαπημένο πρόσωπο, εκπροσωπεί τον ανείπωτο πόνο που μόνο μέσα από το σπαρακτικό μοιρολόι μπορεί να εκφραστεί έμμετρα και αργόσυρτα. 
Θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια στο Τυχερό Έβρου τα αρβανίτικα μοιρολόγια στις κηδείες. Ήταν η εποχή που είχαμε βρει ως ένα (μακάβριο αλλά προσοδοφόρο) μέσο για χαρτζιλίκι το να ντυνόμαστε παπαδάκια στις κηδείες κρατώντας τα εξαπτέρυγα κατά την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι, βρισκόμασταν συνέχεια σε κηδείες. Εκεί, ως παιδί, δεν είχα πρόβλημα με τον θρήνο των συγγενών του νεκρού, μπορώ να πω ότι κάποιες φορές το διασκέδαζα κιόλας και σήκωνα το εξαπτέρυγο για να μη φαίνεται ότι χαζογελάω. Το σημείο όμως στο οποίο πραγματικά έμενα ακίνητος ήταν το μοιρολόι. 
Αυτό το απίστευτο σπαρακτικό αρβανίτικο μοιρολόι. Τραγουδισμένο από κάποια γιαγιά, σε μία γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Γεμάτο θρήνο μα και αγάπη. Γεμάτο πόνο αλλά και πάθος. 
Ένα τραγούδι που ήταν η απόληξη μίας ιστορίας πολλών αιώνων και περιέγραφε τον πιο βαθύ ανθρώπινο πόνο: τον πόνο του παντοτινού αποχωρισμού.
Δεν πίστευα ότι θα ερχόμουν "αντιμέτωπος" με ένα τέτοιο μοιρολόι. Είχα στη μνήμη μου απλώς ένα ακαταλαβίστικο κελάρυσμα και την ανάμνηση της μαυροφορεμένης Αρβανίτισας γιαγιάς να το τραγουδά κουνώντας το κεφάλι με πόνο και ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια, πολλές φορές ακόμη και κατά πάνω της, σαν μία αυτο-τιμωρία. 
Και όμως. Ένας Αρβανίτης της Θράκης, ο Ναθαναήλ Καψίδης (ο πατέρας του κατάγεται από το Βιθκούκι/Σουλτάνκιοϊ και η μητέρα του από την Κιουτέζα/Ιμπρίκ Τεπέ ενώ ο κ.Καψίδης γεννήθηκε στην Γεμιστή και έπειτα πήγε στις Φέρες όπου βρίσκεται σήμερα, συνταξιούχος καθηγητής Θεολόγος) κατέγραψε πριν χρόνια τη μητέρα του η οποία του τραγούδησε ένα αρβανίτικο μοιρολόι από την Κιουτέζα/Ιμπρίκ Τεπέ και μου το έστειλε. Ομολογώ ότι όταν το πρωτοάκουσα συγκινήθηκα πάρα πολύ, και κάθε φορά που το ακούω νιώθω μία απίστευτη ανατριχίλα. Πίστευα ότι δεν θα ξανάκουγα τέτοια μελωδία στη γλώσσα των προγόνων μας, στη γλώσσα των πουλιών (γκλιούχα ε ζόγκου), τα αρβανίτικα.
Το συγκινητικό αυτό μοιρολόι το είχαν τραγουδήσει οι θείες της μητέρας του κ.Καψίδη στην Κιουτέζα/Ιμπρίκ Τεπέ για έναν ξάδερφό τους, τον Θανάση, ο οποίος πέθανε κατά την επιστροφή του από το νοσοκομείο του Ουζούν Κιοπρού (Μακράς Γέφυρας). 
Δημιούργησα ένα βίντεο όπου ακούγεται το μοιρολόι αυτό, ένα σπάνιο ηχητικό ντοκουμέντο από την ιστορία των Αρβανιτών της Θράκης, διανθίζοντας το βίντεο με φωτογραφίες και χάρτες που έχουν να κάνουν με τους προγόνους μας.

                                                                 "Ω Θανάσ'"

Ω Θανάσʼ ζοκ εσκρούαρʼ (Ω Θανάση,πουλί όμορφο)
Νʼ μπρέκ τεκ ρει Μπουλιούαρ  (Είσαι θαμμένος στο βουνό)
Ιπαλιούαρʼ ιπαντρούαρ  (Άπλυτος και ανάλλαχτος)
Ρομπατ ρινʼπαλιούαρ (Τα ρούχα σου κάθονται διπλωμένα)
Θανάσʼ Τζιότζι κα μισιάνʼ (Θανάση ο Γιώργος έχει αρραβώνα)
Γκρεφʼʼω θανάσʼ (Ω Θανάση σήκω)
Γκρεφ πα χάιντʼ (Σήκω και πήγαινε)
Τʼ βέτε πο κ΄μπʼτα σʼμʼμπάν (Να πάω μα δε με πάνε τα πόδια)




Αθήνα 13.2.2013
Δημήτρης Δαλάτσης

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Ex personae devastatae Mesogaias…….


Του Κώστα Τσοπάνη
«Η γαρ Αττική, θεών αυτής τέμενος, καταλαβόντων και των προγόνων ημών εστί κτήμα.» Στράβων
«…..και των προγόνων ημών εστί κτήμα….», πόσο ειρωνικά φαντάζουν στις ημέρες μας αυτά τα λόγια. Πιο ρεαλιστικό θα ήταν να έλεγε «καταλαβόντων και των εργολάβων εστί κτήμα».
Δύο, σχεδόν, αιώνες πριν, οι προγονοί μας, φτωχοί Αρβανίτες καταδιωγμένοι και αγράμματοι ραγιάδες, ξεσηκώθηκαν κι έδιωξαν μακριά απ’ τον τόπο μας τον Τούρκο κατακτητή, ακριβώς γιατί πίστευαν βαθύτατα ότι, παρά τους σκοτεινούς αιώνες της σκλαβιάς, η ευλογημένη αυτή γη της Αττικής, το αρχαίο τέμενος των θεών, είναι των προγόνων μας κτήμα και δική μας κληρονομιά. Κι ας μην ξέρανε τον Στράβωνα, ούτε και τον λογιώτατο Βυζαντινό μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη. Κι ας πάνε να λένε τώρα κάποιοι…. Ακόμα κι η Ιστορία που γνώριζαν ήταν μόνο προφορική, όπως έφτασε σε αυτούς από στόμα σε στόμα. Κι όμως, κάτι βαθειά μέσα τους δεν τους άφηνε να ησυχάσουν όσο την πατρίδα μας την πατούσε το άτι του βάρβαρου κατακτητή. Αφού σταύρωσαν τα δάχτυλα των ροζιασμένων από τον κάματο χεριών τους και σταυροκοπήθηκαν μπροστά σε παλαιές, μισοσβησμένες βυζαντινές εικόνες, φυλαγμένες ευλαβικά σε χαμηλές σκοτεινές εκκλησιές με μικρές πόρτες, χτισμένες έτσι για να μην μπαίνουν οι άπιστοι καβάλα στ’ άλογα, ξαναθυμήθηκαν θα ‘λεγες την παλαιά τους τέχνη, άφησαν την τσάπα και το αλέτρι και άρπαξαν ξανά τα καριοφίλια! Μίλησε μέσα τους το αίμα και μέσα από αυτό ακούγονταν οι φωνές των προγόνων! Το εγχείρημα τους δεν είχε καμιά λογική, κι αυτό τους έσωσε! Ξεσηκώθηκαν εναντίον του κατακτητή και τον έδιωξαν, πέρα στην Κόκκινη Μηλιά κι ακόμα πάρα πέρα. Κι έλπισαν πως θα ζούσαν πλέον στα χώματα τους ευτυχισμένοι. «Κάνε κάτω στον κάμπο, πέρνα μέσα από τη σκιά των ελιών, τη μυρωδιά των αμπελιών και των περιβολιών και θα δεις τον Θεό μπροστά σου», λέγανε οι παππούδες μας. Ήταν όμως πολύ καλό για να κρατήσει……

Διακόσια χρόνια μετά, 

μαζί με τη γλώσσα των παππούδων μας, για την οποία δύο ολόκληρους αιώνες μας έκαναν να ντρεπόμαστε μέχρι που την ξεχάσαμε, ξερίζωσαν και τ’ αμπέλια μας. Μαζί τους ξερίζωσαν και την ψυχή μας. Τώρα ξεριζώνουν τις ελιές μας και μαζί τους τον τρόπο ζωής μας. Αργά και μεθοδικά χάλασαν τη γη μας όσο και την ψυχή μας, κατασκευάζοντας φαραωνικής έμπνευσης ανοικονόμητα έργα. Έργα χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον και την τοπική ιστορία, που όμως απέφεραν πολύ «μαύρο» χρήμα και από τα οποία κάποιοι πλούτισαν. Ήρθαν μαζί με τους εργολάβους, έφτασαν σαν κατακτητές, πάτησαν πάνω στη Μπέσσα μας και δεν σεβάστηκαν καμία από τις παραδόσεις μας. Κι αυτή η ανελέητη καταστροφή παραμόρφωσε ως και την ειρηνική φύση του τόπου μας, μας στέρησε τη φυσική ευτυχία και βίασε την αθωότητα μας. Κάποτε οι παππούδες μας, αν ήθελαν να καταραστούν κάποιον, έλεγαν «τσιμέντο να σου γίνουν!». Άραγε, ποια βαριά κατάρα έπεσε πάνω στη γη της Αττικής και τη μεταμόρφωσε σε τσιμέντο;
Διακόσια χρόνια μετά,
κοιτάζοντας τη Μεσογαία, αυτό «το αγαθόν διδασκαλείον ανδρί βουλομένω διαλέγεσθαι», κατά τον Φιλόστρατο, «αυτή τη χώρα που παράγει θαυμάσια πράγματα, ξακουστά σε όλη την οικουμένη, με τα στάρια της και το καλύτερο νερό της γης, που αν έπινα από αυτό, αμέσως θα γνώριζα ότι είναι αττικό», κατά τον αρχαίο δειπνοσοφιστή Αθήναιο, σκέφτεσαι με θλίψη, ότι σε λίγα χρόνια το ελαφρύ αυτό νερό, που κελαρύζει στο Μουζάκι, θα είναι ακατάλληλο προς πόση λόγω της μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα. Της μόλυνσης που θα προκαλέσει αυτός ο ασαφής τραγέλαφος που άλλοι τον αποκαλούν ΧΥΤΑ, άλλοι ΧΥΤΥ, αλλά που στην πραγματικότητα θα είναι μία τεράστια χωματερή και τίποτε άλλο.




Διακόσια χρόνια μετά,

όλοι εμείς που δεν ξεχάσαμε ότι αποτελούμε έναν κρίκο στη μακριά αλυσίδα της γενιάς μας, ενδιάμεση φρουρά σε αυτούς που έφυγαν και σε αυτούς που θα ‘ρθουν, απλοί διαχειριστές της γης και της κληρονομίας μας, αναρωτιόμαστε τι θα μπορούσαμε να απαντήσουμε σε αυτούς που έφυγαν και σε αυτούς που θα ‘ρθουν, σαν μας ρωτήσουν «που είναι ο κάμπος μας, που χρύσωνε κι έλαμπε καθώς ριγούσαν τα στάχυα στον άνεμο; Που είναι η κυματιστή πράσινη θάλασσα των αμπελιών μας, πάνω απ’ την οποία χυνόταν πρωινά κι απόβραδα ο ψαλμός της καμπάνας; Που είναι τα χρώματα της άνοιξης;» Τι να απαντήσουμε όταν αντί για αυτά, βλέπουν από κει ψηλά τη γη μας να στέκει αλυσοδεμένη, κρατούμενη κι έρημη και να γίνεται παιχνίδι της δημοπρασίας των κατασκευαστών και των εργολάβων; Όλων αυτών των σύγχρονων μικροαστών και μπουρζουάδων, εκείνων που προτίμησαν τον εαυτό τους κι όλα τα άγια κι ιερά προδώσανε, και που τώρα κορυβαντιούν απάνω στη γη των Πατέρων μας σαν σύγχρονοι δουλέμποροι, επαναλαμβάνοντας μονότονα «πέντε πάνω – πέντε κάτω, θα τα βρούμε…….». Όλων αυτών που εισέβαλλαν στο ιερό της μνήμης μας και το βεβήλωσαν; Κι αυτές τις ώρες της περισυλλογής, εμείς που δεν θελήσαμε να ξεχάσουμε, ευχόμαστε να πέσουν όλες οι νύχτες της Δημιουργίας στο νου μας και να μας σκεπάσουν τη μνήμη! Να σκοτιστούν μέσα στη μνήμη μας τα καλοκαιρινά ηλιοβασιλέματα που κάποτε προλάβαμε να δούμε πάνω από τη θάλασσα των σπαρτών. Να σκοτιστούν οι εικόνες των ελαφρών σύννεφων που τα κυνηγούσαν οι ανοιξιάτικοι άνεμοι στον γαλανό αττικό ουρανό. Όλα αυτά που δεν προλάβαμε να τα κοιτάξουμε κι είναι πια ανάμνηση. 

Διακόσια χρόνια μετά, 

οι βωμοί μας συντριμμένοι και σβησμένα τα πολυκάντηλα όλα της λατρείας, αφού οι εργολάβοι βάλθηκαν να μας διδάξουν ότι ο άνθρωπος είναι το υπέρτατο ον, εκείνο που πλάθει κι αφανίζει. Οι τάφοι των Πατέρων μας, από τη τζούμπα του Φάνοσι, εκεί που η επέκταση της Αττικής οδού χάλασε για πάντα την αιώνια σιωπή τους, ακούν με φρίκη τη βαρεια μπότα του εργολάβου να πατάει πάνω στα συντρίμμια της ψυχής μας και προσμένουν τη σειρά τους κι εκείνοι, βουβοί μάρτυρες του σκηνικού της καταστροφής και της ερήμωσης. Πως αφήσαμε άραγε, ο κάμπος της Ντάρδεζας που μας χάριζε το θεϊκό ποτό του Διονύσου, ο ιερός τόπος στον οποίον περιπλανήθηκε η Δήμητρα ψάχνοντας απεγνωσμένα την κόρη της Περσεφόνη, όταν την είχε απαγάγει στον άδη ο Πλούτωνας, στο ρέμα της οποίας και με καλάμια από τις όχθες του, ο Πάν έφτιαξε το πρώτο σουραύλι στην ιστορία του κόσμου, πως αφήσαμε αυτή η γη που γέννησε τους υπέροχους θρύλους της αρχαίας Ελλάδας, να έχει απομείνει στη δικαιοδοσία των σκαπτικών μηχανημάτων;…..


Διακόσια χρόνια μετά,
πόσο ειρωνικά φαντάζουν τα λόγια του Στράβωνα «…..και των προγόνων ημών εστί κτήμα….» Κι αλήθεια, πόσο τραγικά επίκαιρα, εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του, ηχούν τα λόγια του Παλαμά: «το άτι σου ακόμα μας πατά Μπραΐμη!»
Υ.Γ. Στα αλήθεια, νομίζατε ότι εμείς οι Αρβανίτες δεν θα αναστηλώναμε ποτέ την τσακισμένη μας περηφάνεια; Κι αναρωτιόσαστε ακόμα γιατί αγωνιζόμαστε; Έχετε καταλάβει ότι μας τα πήρατε πλέον όλα; Μας μείναμε μόνο τα αρχίδια μας, πάρτε τα κι αυτά!

ΛΕΚΤΙΚΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΑΠΟ ΑΝΙΣΤΟΡΙΤΗ ΑΡΒΑΝΙΤΟΦΑΓΟ

Ο θάνατος του Αρβανίτη Μάρκου Μπότσαρη (LudovicoLipparini)
Διαβάζοντας το άρθρο της κας Λώρης Κέζα, στο ΒΗmagazino της Κυριακής 3 Φεβρουαρίου 2013, με τίτλο : «Σκανδιναβοί και Αρβανίτες»,[1] διαπίστωσα απ’ αρχής την προσπάθεια να φορτωθεί στις πλάτες μιας ολόκληρης κατηγορίας Ελλήνων πολιτών η κακοδαιμονία της σύγχρονης Κρατικής πραγματικότητας και η αναποτελεσματικότητα ενός Κράτους που αντί να διδαχτεί από τις λανθασμένες επιλογές του, υπερθεματίζει επιμένοντας σε αυτές. Με σκωπτικό και προσβλητικό ύφος στοχοποιούνται οι  Έλληνες αρβανίτες, ως οι «πτωχοί το πνεύματι» που αδυνατούν να καταλάβουν το καλό της κοινωνίας και αντιστέκονται στις εξελίξεις που θα μας αναβαθμίσουν σε Σκανδιναβία του Νότου.

Ως αρβανίτης, απαντώ σε δεύτερο ενικό πρόσωπο - με αυτή στην ανοικτή επιστολή -  στην αρθρογράφο που με  περιπαικτικό τρόπο και ανιστόρητα προσβλητική διάθεση επιτίθεται στο γένος μας.  
Πριν παραλληλίσεις τους ανθρώπους - πίθηκους με τους αρβανίτες, θα έπρεπε να κάνεις μια μικρή βουτιά, έστω ένα διαφωτιστικό ''ντους'' στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Ίσως να διαπίστωνες  την προσφορά των αρβανιτών σε όλους τους αγώνες του Ελληνισμού, αλλά και τη σχέση επιφανών αρβανιτών με την ανάπτυξη της χώρας.
Αντ' αυτού διολισθαίνεις σε μια σειρά προσβλητικών ανακριβειών, προσπαθώντας να υπηρετήσεις τον τίτλο της στήλης ''περιπαικτικά'' και μάλλον τιμάς τις διαπιστώσεις του Δαρβίνου που τόσο θερμά επικαλείσαι.
Οι κάτοικοι των Μεσογείων, οι  «αρβανίτες ωρέ» - όπως εσύ τους βάζεις να αναφωνούν - άνθρωποι του μόχθου, ξεχασμένοι στο πλάι της Αττικής, ήρθαν στο επίκεντρο της προσοχής των ΜΜΕ, όταν διεκδίκησαν τα αυτονόητα.
Προσπάθησαν και πέτυχαν να προασπίσουν την υγεία αυτών και των παιδιών τους και την προστασία ενός επιπέδου διαβίωσης που εσύ και αρκετοί  άλλοι θεωρείτε αδιανόητη συνθήκη για ανθρώπους – πιθήκους, όπως με αρκετή σαφήνεια υποδηλώνεις στο άρθρο σου.
Μιλάς για τις χωματερές της Αττικής, ξεχνώντας ή παραβλέποντας το γεγονός ότι και στα Λιόσια οι κάτοικοι που ταλαιπωρούνται όλα αυτά τα χρόνια από τα σκουπίδια, είναι και αυτοί αρβανίτες, αλλά και  στο Γραμματικό πάλι αρβανίτες κατοικούν και όχι «Σκανδιναβοί» σαν και αυτούς που φέρνεις ως παράδειγμα.
Δυστυχώς, το νεοελληνικό κράτος από τα μέσα της δεκαετίας του ‘30 κατόρθωσε να μας αποσπάσει από τις παραδόσεις και τη γλώσσα μας, ενώ παράλληλα ταυτιστήκαμε με το αναχρονιστικό και το  αμετανόητα ξεροκέφαλο.
Κρατήσαμε, όμως, την έννοια της μπέσας και της αξιοπρέπειας.
Προφανώς σου είναι άγνωστες  ή ακατανόητες αξίες, αφού η «στρατηγική» της εκάστοτε εξουσίας είναι για σένα, πάνω  από τις ανάγκες και  τα δικαιώματα κάθε μικρής ή μεγαλύτερης τοπικής κοινωνίας.
Αφού λοιπόν θεωρείς πως πρέπει να διαγκωνιζόμαστε για την επιλογή εναπόθεσης των απορριμμάτων στη γειτονιά μας, γιατί δεν εισηγείσαι στο Δήμαρχο της περιοχής που κατοικείς να ζητήσει να επιλεχθεί ο Δήμος σου σε αυτή την ευεργετική χωροθέτηση.
Είναι βέβαιο ότι το ζήτημα των σκουπιδιών  αποτελεί κορυφαίο πρόβλημα και ως τέτοιο, πρέπει να τύχει μιας σοβαρής και σύγχρονης αντιμετώπισης και όχι της πρακτικής  του «ξεφορτώματος» εκεί όπου βολεύει Κράτος και εργολάβους, με την παράλληλη συκοφάντηση και γελοιοποίηση όλων όσων αντιδρούν.
Μπορεί για παράδειγμα να επιλεχθούν χώροι που δε θα υποβαθμίζουν τη ζωή καμίας τοπικής κοινωνίας, μακριά από κατοικημένους και καλλιεργήσιμους  χώρους και σίγουρα να υιοθετηθούν σύγχρονες πρακτικές ανακύκλησης και επαναχρησιμοποίησης των απορριμμάτων ως αξιοποιήσιμη ενέργεια.
Ψιλά γράμματα, θα σκεφτούν οι ιθύνοντες, αφού υπάρχει η γη της Ανατολικής Αττικής, για να επαναλάβουμε το μοντέλο της υποβάθμισης.
Αρβανίτες λοιπόν  είναι αυτοί που αντιδρούν στην επιβολή του Κράτους , το οποίο εφαρμόζει το αρβανίτικο «άστε ντούα», για  να υποβαθμίσει τη γη και τη ζωή τους.
Προτού, σου ζητήσω να ψάξεις τις δικές σου αρβανίτικες ρίζες, όπως τουλάχιστον το επώνυμό σου καταδεικνύει, θα ήθελα να αναλογιστείς τις συνέπειες μιας ξεπερασμένης διαδικασίας ταφής των απορριμμάτων που μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει για το ανθρωπογενές περιβάλλον και για το οικοσύστημα. Αντιθέτως   πλειοδοτείς υπέρ μιας εσφαλμένης επιλογής, θολώνοντας τα νερά με παραπομπές στο Σκανδιναβικό μοντέλο αξιοποίησης των σκουπιδιών που καμία σχέση δεν έχει με αυτό που προωθεί η Ελληνική Πολιτεία.   
Τελειώνοντας θέλω να σου υπενθυμίσω  - και αν δε το γνωρίζεις να το μάθεις -  ότι  αυτοί που ζητάς κάποιος «Δαρβίνος του μέλλοντος» να τους κάνει αντικείμενο μελέτης με θέμα: «πως οι άνθρωποι  εξελίχθηκαν σε πίθηκους» είναι απόγονοι και συνεχιστές της φάρας ανθρώπων, όπως οι Ανδρέας Μιαούλης,  Οδυσσέας Ανδρούτσος, Μάρκος Μπότσαρης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Κίτσος Τζαβέλας, Αλέξανδρος Κορυζής, Νικόλαος Κριεζιώτης,  Κουντουριώτιδες, Πέτρος Βούλγαρης, αλλά και Νίκος Εγγονόπουλος, Χατζηκυριάκος – Γκίκας και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β’ και πάμπολλοι ακόμα που τιμούν την έννοια της Ελευθερίας και της αγάπης στην Πατρίδα.
Αν παρόλα αυτά δε θέλεις ή δε μπορείς να καταλάβεις την καταστροφική «αξία» αυτών που γράφεις, τότε ο «Δαρβίνος του μέλλοντος» που τόσο επιτακτικά επικαλείσαι, αλλού αξίζει να στρέψει το βλέμμα του! 
Τα λεκτικά σκουπίδια είναι πολλές φορές πιο δύσοσμα και ιοβόλα από υλικά απορρίμματα.  

Κώστας Καλλιανιώτης
Πρόεδρος Συλλόγου «Καβοντόρου Γη»

***
Υ.Γ. Για μία ορθολογική, τεκμηριωμένη, σοβαρή  και πλήρη ανάλυση του τι πήγε (και τι πάει) να εφαρμοστεί από την διαπλοκή στην Κερατέα, δείτε εδώ: http://antixyta.blogspot.gr/2010/01/blog-post.html



[1] To "πόνημα" της ανεξερεύνητης "κυρίας" Κέζα (την ύπαρξη της οποίας αγνοούσα και θα συνεχίσω να αγνοώ στο επόμενο δευτερόλεπτο) βρίσκεται εδώ: http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=496547&h1=true#commentForm


Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013

Η φορεσιά των Αρβανιτών της νότιας Θράκης

Ενώ για τους Αρβανίτες της βόρειας Θράκης (Ζαλουφιώτες) υπάρχουν πληροφορίες και λαογραφικές μελέτες για την φορεσιά τους [βλ. εδώ], για τους Αρβανίτες του νότιου τμήματος της Θράκης (από το Τυχερό μέχρι τις Φέρες) υπάρχει μία μικρή σύγχυση και οι απόψεις διίστανται.
Συζητώντας το τελευταίο διάστημα με τον Γιώργο Δαρούση, συγχωριανό μου από το Τυχερό, αλλά και με την Μαρία Λαζίδου (πρόεδρο στον σύλλογο ΒΗΡΑ των Φεριωτών) και τον Ναθαναήλ Καψίδη (συνταξιούχο καθηγητή από τις Φέρες), κατέληξα στο ότι οι φορεσιές των Αρβανιτών του νοτίου Έβρου είναι σχεδόν σε μαύρο χρώμα, χωρίς τα χρώμωτα που έχουν οι φορεσιές των Ζαλουφιωτών.
Ψάχνοντας βρήκα και μία φωτογραφία της δεκαετίας του 1950 (από εκδήλωση στο Τυχερό Έβρου) που δείχνει γυναίκες του Τυχερού με την αρβανίτικη φορεσιά.

Τυχερό Έβρου. Δεκαετία 1950. Η αρβανίτικη φορεσιά (αρχείο Ιωάννη Δαλάτση).

Αν κάποιος έχει πληροφορίες, είτε ρωτώντας κάποιον παλαιότερο, είτε έχοντας ο ίδιος κάποια ανάμνηση, θα θέλαμε να μας ενημερώσει, είτε αφήνοντας εδώ κάποιο σχόλιο, είτε στο γκρουπ των Αρβανιτών της Θράκης στο Facebook.

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΜΑΚΡΑΣ ΓΕΦΥΡΑΣ (Μέγα Ζαλούφι Αν.Θράκης)


Σε πολύ κλειστές γεωργικές ομάδες που η κοινωνική οργάνωση οριοθετεί αυστηρά τους ρόλους των δύο φύλων, η γυναικεία ενδυμασία που διαμορφώνεται είναι αυστηρή ως προς γραμμή της και αδρή ως προς τα υλικά της κατασκευής της.
      Αντιπροσωπευτικός τύπος η ενδυμασία του Ζαλουφιού (Μακράς Γέφυρας). Το Ζαλούφι (κεφαλοχώρι)  βρισκόταν βορειανατολικά της Μακράς Γέφυρας (Οζούν Κιουπρού) και εκκλησιατικά υπαγόταν στην Μητρόπολη Διδυμοτείχου. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν κυρίως με την αμπελουργία (το κρασί του Ζαλουφιού ήταν ονομαστό), την γεωργία και την κτηνοτροφία. Μετά τον ξεριζωμό οι πρόσφυγες αυτής της περιοχής εγκαταστάθηκαν σε χωριά κατά μήκος της δυτ. όχθης του ‘Εβρου (Δίκαια, Σάκκος, Χειμώνιο, Θούριο, Πύθιο κλπ), σε χωριά του Νομού Σερρών (Κοίμηση, Παραλίμνιο, Θολό, Νεοχώρι, Νέα Πέτρα) και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης.

 Μακρά Γέφυρα. Γυναικεία φορεσιά από την περιοχή Μακράς Γέφυρας Ανατολικής Θράκης     
Η Γυναικεία φορεσιά του Ζαλουφιού φορέθηκε σε μεγάλο αριθμό χωριών της περιοχής με μικρές παραλλαγές όπως στη Θυρέα, Πύθιο, Πραγγί, Πετράδες (Δυτ.Θράκη) και στα χωριά Ανατ.Θράκης Μικρό Ζαλούφι, Ψαθάδες,  Τσαλί Κούρτ κλπ. Η μεγάλη διάδοση της φορεσιάς σε χωριά της ευρείας περιοχής που είχαν ως διοικητικό κέντρο την Μακρά Γέφυρα, δικαιολογεί και την ονομασία της ως φορεσιά Μ.Γέφυρας, αν και δεν φορέθηκε σ’αυτή την πόλη.
      Τα υλικά για την κατασκευή της ενδυμασίας αυτής είναι όλα δικής τους παραγωγής. Μόνες τους σι γυναίκες ύφαιναν, έκαναν το σαγιάκι και έβαφαν σε χρώματα μαύρο, καφέ σκούρο (λιζαρένιο) ή κόκκινο.

Η φορεσιά αποτελούνταν από:
1. Το μακρύ πουκάμισο (το χιμίς) από λευκασμένο χοντρό βαμβακερό ύφασμα, με «γραμμένα» (υφαντά κεντήματα) στον ποδόγυρο και κεντήματα στα μανίκια (σταυροβελονιά)
2. Το σχετικά στενό αμάνικο μονοκόματο σαγιακένιο φουστάνι σε χρώματα μαύρο, καφέ, βυσσινί, που κεντιόταν με  λευκό ελαφρά κλωσμένο βαμβάκι και χρωματιστά μαλλιά, στον ποδόγυρο και ελάχιστα στην τραχηλιά. Μοτίβα, σχηματισμένα δένδρα, κούκλες, σαλιαγκούδια (σαλιγκάρια) που συνήθως το κέντημα λεγόταν σαλιαγκό. Το φουστάνι στο Ζαλούφι ήταν πάντα μαύρο ή σκούρο βυσσινί. Το ολοκόκκινο φοριόταν όταν η κοπέλα έφτανε σε ηλικία γάμου (15-16 ετών). Το νυφικό ήταν πάντα μαύρο κεντημένο με βαμβακερές κλωστές.
3. Το μάλλινο δίμιτο φαρδύ ζωνάρι, μαύρο με λεπτές ρίγες στο υφάδι. Οι Ζαλουφιώτισσες σπάνια φορούσαν μεταλλικό ζωνάρι που συνήθιζαν σε άλλα χωριά της περιοχής  και αυτό μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Στα υπόλοιπα χωριά φορούσαν το ζωνάρι και τις γιορτές τοασημοζούναρο ή μπακιροζούναρο (σημάδι του αρραβώνα).
4. Οι ποδιές που λεγόταν  «ποδέ» διαφέρουν από χωριό σε χωριό. Στο Ζαλούφι οι ποδιές είναι κατηφένιες (βελούδινες) με στεφανάκια από λουλούδια κεντημένα. Στους Ψαθάδες οι ποδιές ήταν μάλλινες σαγιακένιες με έντονα χρώματα και πολλές πούλιες. Οι γυναίκες στους Πετράδες και το Πραγγί κεντούν στις ποδιές τους σταυρούς, παιδάκια, σαλιγκάρια και άλλα αρχέγονα σύμβολα, και μ’ αυτό πιστεύουν πως θα ξορκίσουν το κακό το πνεύμα και θα αποκτήσουν αυτό που ποθούν.
5. Το Τερλίκ ή Μοχαέρι. Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της ενδυμασίας αυτής είναι το τερλίκ ή μοχαέρι, μακρύ πανωφόρι από μάλλινο δίμιτο με μανίκια μακριά  που ανασκουμπώνονται στον αγκώνα, για να φανεί το κέντημα καμωμένο σε πρόσθετο βαμβακερό ύφασμα. Το τερλίκ έχει πλούσιο κέντημα με λευκό βαμβάκι και χρωματιστά μαλλιά στα δύο μπροστινά φύλλα, ολόγυρα στον ποδόγυρο, στην πλάτη και σε όλες τις ραφές. Πάνω στο τερλίκ κεντούν «ανάρια-ανάρια» (αραιά) διάφορα σχήματα. Ο ανάγλυφος όγκος των αφηρημένων σχημάτων κάνει τον επενδυτή εντυπωσιακό και μοναδικό. Η γυναίκα αρχίζει να το κεντά μόλις με την αρχή της εφηβείας της και θα κεντήσει 3 κομμάτια.

Γυναικεία στολή από τα χωριά Μεγάλο και Μικρό Ζαλούφι (περιοχή Μακράς Γέφυρας)Το «μικρό μοχαέρι» που θα το φορέσει την ημέρα του γάμου, το «μεγάλο μοχαέρι» που θα το φορέσει τις μεγάλες μέρες (γιορτές) των Χριστουγέννων, τις Αποκριές, Πάσχα και τη «σιγκούνα» που θα τη φορέσει μετά τα 45 της χρόνια και μ’ αυτή θα την θάψουν, για να κλείσει έτσι τον κύκλο της ζωής της. Πιο απλά και νεώτερα είναι διάφορα αμάνικα συνήθως τσιπούνια, σκούρου χρώματος που ήταν πιο ελαφρά διακοσμημένα  (κεντημένα). 
Τα μόνα υλικά που αγοράζει η γυναίκα για την κατασκευή της ενδυμασίας αυτής είναι όσα χρειάζονται για τον κεφαλόδεσμο (χάντρες, φλουριά, πούλιες, μαντίλες). Τα προμηθευόταν κυρίως οι άνδρες από την τοπική αγορά ή τα μεγάλα παζάρια των γειτονικών χωριών, αφού οι γυναίκες δεν επιτρεπόταν να πηγαίνουν στις αγορές.
 Στο κεφάλι φορούσαν ένα κόκκινο σκουφάκι με υποσαγώνιο το μαγγούρι, που σκεπαζόταν όλο από το καφέ ή σκούρο βυσσινί μαντίλι, το τσεμπέρι Κάτω από την μαντίλα  στερέωναν (στο μαγγούρι) σειρές φλουριά και  σταυρούς που κρέμονταν στο μέτωπο.
     Στα πόδια οι νύφες φορούσαν τα λευκά σαγιακένια καλτούνε, στολισμένα με χρωματιστά γαϊτάνια από τον τερζή (ράφτη). Καθημερινά φορούσαν γουργουνουτσάρουχα όπως και οι άνδρες, και τις Κυριακές και τις γιορτές κουντούρες (κλειστά δερμάτινα παπούτσια).

Πηγή: http://www.thrakiki.gr/foresies.htm

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Αρβανίτικα κάλαντα Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Σίν Βασίλη βγιέν,
μπόρα η πιλκιέν.
Βγιέν μ΄ντα νε μές ε νάτες,
δεμάτ τε κα γιάπιν .
 Σίν Βασίλη βγιέν,
Γενάρη ντίχετ.
Ζόνιεν περιμένιμ,
τσί βγιέν σίπερ πάρ,
δίπλιετ γκαρκούαρ νε γκομάρ.

Καλή χρονιά....

 Απόδοση στα ελληνικά
Ο Άγιος Βασίλης έρχεται,
το χιόνι του αρέσει.
Έρχεται μέσα στη μέση της νύχτας,
δώρα να μας δώσει.
Ο Άγιος Βασίλης έρχεται,
ο Γενάρης προβάλει.
Την κυρά περιμένουμε,
που έρχεται από τον επάνω δρόμο,
δίπλες( γλυκά) φορτωμένες στο γαϊδούρι.

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Η ΘΡΑΚΗ ΜΑΣ



Η Πανθρακική Ομοσπονδία Νοτίου Ελλάδος διοργανώνει μια μουσικοχορευτική παράσταση με τραγούδια, χορούς και έθιμα απο τη Θράκη! Μάρηδες, Γκαγκαβούζηδες, Αρβανίτες και Μοναστηριώτες θα ανταμώσουν στη σκηνή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου, ώρα 21:00.

Επιμέλεια: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΤΖΙΑΡΙΔΗΣ

Mουσικοί:
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΟΥΔΗΣ
ΜΑΝΟΣ ΚΟΥΤΣΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
ΣΩΤΗΡΗΣ ΙΝΤΖΟΥΔΗΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ
ΜΑΝΩΛΗΣ ΔΗΜΟΥΔΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
ΜΑΚΗΣ ΚΟΥΤΡΑΣ
ΘΟΔΩΡΗΣ ΙΤΟΥΔΗΣ

... ΚΑΙ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥΣ!!!!!

ΕΙΣΗΓΗΤΕΣ:
α) ΚΟΖΑΡΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ)
β) ΔΑΛΑΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ (ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ)

Τιμή εισιτηρίου 10€

Εισιτήρια προπωλούνται και στα ταμεία του Ιδρύματος (Πειραιώς 206, Ταύρος) Δευ-Παρ 11:00 - 14:00 και τα απογεύματα μία ώρα πριν την παράσταση.

Εισιτήρια προπωλούνται και σε όλα τα PUBLIC εκτός από τα καταστήματα στο Αιγάλεω, στη Ν. Ερυθραία και στην Αγ. Παρασκευή.

https://www.facebook.com/events/475658565805676/

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Η κοινή ιστορία της περιοχής Τυχερού-Φερών Έβρου

Οι Έλληνες περνούν τον Έβρο, Οκτώβριος 1922.

Η ιστορία των Αρβανιτών της Θράκης  αποτελεί μία  Οδύσσεια, ένα ταξίδι με πολύ πόνο, κακουχίες και θάνατο.  Εκεί που η ομίχλη του θρύλου διαλύεται , εκεί που  το τέλος  του μύθου δίνει τη θέση του στην αρχή της ιστορίας, κάπου εκεί ξεκινά η ιστορία των προγόνων μας. Ξεκινά πάνω στα ψηλά καταπράσινα βουνά της Βορείου Ηπείρου σε υψόμετρο 1.200 μέτρων. Με το χιόνι να έρχεται με τον Άγιο Δημήτριο και να φεύγει με τον Αϊ Γιώργη.  Άγριοι, τραχείς, ευέξαπτοι, αυστηροί, συντηρητικοί, ποιμένες των βαλκανικών «Άλπεων», χτίστες και πελεκητές της ξακουστής ηπειρώτικης πέτρας, έδιναν ζωή στο βουνό, αποτελώντας ένα φυσικό κομμάτι στο υπέροχο μωσαϊκό της καταπράσινης περιοχής του Βιθκουκίου.

     Η εργατικότητά τους έφερε την ανάπτυξη και  την πρόοδο. Το Βιθκούκι είχε την τύχη να βρίσκεται δίπλα στην ξακουστή Μοσχόπολη των γραμμάτων, των τεχνών, των υφαντουργείων και των αξεπέραστων προϊόντων της περιοχής (τάπητες, μαλλί, μετάξι κλπ) που καραβάνια πλουσίων εμπόρων τα πήγαιναν  ίσαμε την Αγία Πετρούπολη, τη Βιέννη, τη Βούδα , την Πέστη, την Κωνσταντινούπολη.  Είναι τότε που το Βιθκούκι βιώνει την μεγάλη του ακμή, μαζί με αυτή της Μοσχόπολης, στις αρχές του 18ου αιώνα.  Αποκτά ξακουστό σχολείο, από όπου ξεπηδούν λόγιοι, δάσκαλοι  και σημαντικοί αρχιερείς της περιοχής. Η οικονομική άνθιση φαίνεται στους περίφημους και πολλούς ναούς που χτίζονται στο Βιθκούκι από τη δεκαετία του 1680 μέχρι το 1750.  Τότε όμως κάνουν την εμφάνισή τους οι Τουρκαλβανοί. Ήταν όσοι αλβανόφωνοι μετεστράφησαν από τον χριστιανισμό στον ισλαμισμό και έγιναν φανατικοί πολέμιοι των χριστιανών της περιοχής. Οι Αρβανίτες στο Βιθκούκι, στην Κιουτέζα και στο Κιάφσεζ υπέστησαν μαζί με τους χριστιανούς της Βορείου Ηπείρου απίστευτα δεινά από τις ορδές των Τουρκαλβανών οι οποίοι υπό την απειλή της γενικής λεηλασίας ζητούσαν από τα χριστιανικά χωριά δυσβάσταχτους φόρους. 
      Το μαρτύριο αυτό κράτησε αρκετά χρόνια και στα μέσα του 1769 οι Τουρκαλβανοί μπήκαν και λεηλάτησαν όλα τα χριστιανικά χωριά. Κατέστρεψαν τη Μοσχόπολη, το Βιθκούκι και όλη την περιοχή.  Μετά την καταστροφή των χωριών τους από τους Τουρκαλβανούς, οι Αρβανίτες  σκόρπισαν. Οι πλούσιοι έμποροι έφυγαν για τη Βιέννη, τη Βούδα και την Πέστη. Άλλοι έφυγαν για κοντινούς προορισμούς (Κορυτσά, Φλώρινα, Κοζάνη κλπ). Οι περισσότεροι όμως κίνησαν ανατολικά. Τα καλοκαίρια δούλευαν στα απέραντα κτήματα των Τούρκων τσιφλικάδων στην Ανατολική Θράκη και ήξεραν την περιοχή πολύ καλά.
Τυχερό Έβρου, 1942.
 
     Ξεκίνησαν λοιπόν προς τα εκεί. Άφησαν το αγαπημένο τους «φσιατ» (χωριό), φίλησαν με συντριβή τους τάφους των προγόνων τους, είδαν το σπίτι τους για τελευταία φορά, φόρτωσαν το βιος τους σε κάρα, έσφιξαν τα δόντια και άρχισαν το μακρινό τους ταξίδι. Τους πήρε περίπου 15 μέρες για να φτάσουν στην Ανατολική Θράκη.  Εκεί κατέλυσαν στον εύφορο ατελείωτο θρακιώτικο κάμπο.  Στα νέα τους χωριά έδωσαν τα ονόματα των χωριών που άφησαν:  Κιουτέζα (Ιμπρίκ Τεπέ) και Βιθκούκι (Σουλτάνκιοϊ).  Πιο δίπλα το Αλτίν Τας, το Παζάρ Δερέ και το Γιλανλή.  Άρχισαν να χτίζουν τις ζωές τους από την αρχή. Έχτισαν ξανά τις εκκλησιές τους και ανάμεσα στο Ιμπρίκ Τεπέ και το Σουλτάνκιοϊ  έχτισαν το μικρό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Στις 29 Αυγούστου γινόταν εκεί το πιο ξακουστό πανηγύρι.
     Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και τη  γεωργία. Δυστυχώς η αυταρχική οθωμανική εξουσία κάθε τόσο χάλαγε ό,τι έχτιζαν: άρπαζε τις σοδειές τους,  φορολογούσε άγρια τον πληθυσμό και προέβαινε σε πλήθος αυθαιρεσιών και παρανομιών. Η εξαθλίωση των κατοίκων, ο συνεχής αγώνας για επιβίωση, το αβέβαιο μέλλον και τα βάσανα της ζωής, δεν άφηναν χρόνο για εκπαίδευση, για σχολειά και για γράμματα. Ελάχιστοι γνώριζαν ανάγνωση και γραφή, σχεδόν κανείς τους δεν ήξερε ελληνικά. Μαζί με τους ελληνόφωνους και τους τουρκόφωνους (Γκαγκαβούζηδες) χριστιανούς της περιοχής, οι Αρβανίτες ήταν η  Ρωμιοσύνη, οι συνεχιστές της μακραίωνης βυζαντινής παράδοσης και ιστορίας.
Το εξώφυλλο από το βιβλίο του Ν.Γκότση.

     Το 1872 ιδρύεται σχολείο στο Ιμπρίκ Τεπέ το οποίο σύντομα εξελίσσεται σε έναν δυναμικό πνευματικό πόλο. Η περιοχή γνωρίζει άνθιση και υπό την σκέπη των ελληνικών προξενικών αρχών ο κόσμος της υπαίθρου της Ανατολικής Θράκης αφυπνίζεται εθνικά και σταδιακά μεταβάλλει την ελληνοχριστιανική του θρησκευτική ταυτότητα σε εθνική. 
     Οι Αρβανίτες αρχίζουν να αντιδρούν στην αυθαιρεσία και το πλιάτσικο της οθωμανικής εξουσίας και των περιφερόμενων συμμοριών. Αρκετά παλληκάρια, με αρχηγό τον Χαράλαμπο Γκίρδα βγαίνουν στην παρανομία και χτυπιούνται στα ίσια με τους Τούρκους. Πιο πάνω, στο Μεγάλο Ζαλούφι, οι Αρβανίτες του βορρά υπό τον ξακουστό Δημητράκη Βοεβόδα αντιδρούν και αυτοί. Οι κινήσεις αυτές όμως, ρομαντικές και ανοργάνωτες,  συντρίβονται γρήγορα.

Αρβανίτες από το Τυχερό (δεκαετία 1980).

     Στη συνέχεια, έρχονται οι βαλκανικοί πόλεμοι και αρχίζει μία ταραγμένη δεκαετία, γεμάτη βάσανα και θάνατο, όπως τότε στο Βιθκούκι στην Ήπειρο, μόνο που τη θέση των  Τουρκαλβανών έχουν πάρει οι Νεότουρκοι, οι εθνικιστές του Κεμάλ, οι λάτρεις της φασιστικής ιδεολογίας που άρχισε σαν λαίλαπα στην Ευρώπη και  κατέληξε στο σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Αρβανίτες εξορίζονται στα βάθη της Μικράς Ασίας, εξοντώνονται στα τάγματα εργασίας, βασανίζονται στις τουρκικές φυλακές, οι γυναίκες ατιμάζονται,  μικρά παιδιά δολοφονούνται, μέσα σε ένα γενικό σχέδιο εξόντωσης του ελληνισμού που έχουν εξαπολύσει οι Νεότουρκοι, υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία Γερμανών στρατιωτικών.
     Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914  σηματοδοτεί την περίοδο (1914-1918) όπου ο ελληνισμός της Θράκης βιώνει αβοήθητος την πιο τραγική του περίοδο.  Οι Τούρκοι μπαίνουν τον Απρίλη του 1914 στο Βιθκούκι και το λεηλατούν: βιάζουν τις γυναίκες, σκοτώνουν τους λίγους άνδρες που απέμειναν εκεί, κλέβουν χιλιάδες ζώα.  Οι Αρβανίτες της Θράκης αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και τα τέσσερα αυτά χρόνια αποτελούν τη Μεγάλη τους Εβδομάδα. Νηστικοί, χωρίς σπίτι, χωρίς δεύτερη αλλαξιά, ψάχνουν στη φύση και τρέφονται με ρίζες και βολβούς. Άλλοι δουλεύουν σε τσιφλίκια Τούρκων για ένα κομμάτι ψωμί. Στο τέλος του πολέμου, σχεδόν ένας στους τρεις Αρβανίτες έχει πεθάνει από τις κακουχίες, την πείνα ενώ πολλοί έχουν δολοφονηθεί. 
     Τον Ιούλιο του 1920 ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει την Ανατολική Θράκη. Και τότε ο ελληνισμός βιώνει τη δική του Ανάσταση. Ιούλιο μήνα και τελείται η αναστάσιμη ακολουθία με τις καμπάνες να χτυπάνε και τους Έλληνες να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται εν μέσω πανηγυρισμών και γενικής ευφορίας. Βιώνουν το τέλος  του αιώνιου νόστου και τη γαλήνη του πιο γλυκού ελλιμενισμού. Και τότε σιγά σιγά μαζεύονται στα χωριά τους. Εκεί μετριούνται και βλέπουν ότι λείπουν πολλοί. Προσπαθούν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από το μηδέν. Συνηθισμένοι πια να χάνουν τα πάντα, κάνουν μια νέα αρχή. Ακούνε για τις νίκες του ελληνικού στρατού στο μέτωπο της Μικράς Ασίας και χαίρονται.  
    Τον Αύγουστο του 1922 όμως το μέτωπο σπάει και ο ελληνικός στρατός αρχίζει την υποχώρησή του η οποία μετατρέπεται σε άτακτη φυγή. Τα σύννεφα της θλίψης  ξαναπλώνονται πάνω από τη Θράκη.  Οι παλαιότεροι μυρίζουν την οσμή του θανάτου και ετοιμάζονται για νέα δεινά. Μαθαίνουν για την καταστροφή της Σμύρνης και τρομοκρατούνται. Δεν ξέρουν τι άλλο θα τους συμβεί και περιμένουν. Λαμβάνουν την εντολή να φορτώσουν τα υπάρχοντά τους στα κάρα και να κινήσουν προς τα δυτικά.
     Έτσι, πιστοί σε αυτή την αέναη και παλινδρομική κίνηση της ιστορίας, μαζεύουν ό,τι έχουν και δεν έχουν, ξαναφιλάνε τους τάφους των προγόνων τους, μένουν ακίνητοι για λίγα λεπτά κοιτώντας τις αυλές των σπιτιών τους, τις εκκλησιές τους, τα χωράφια τους και πάλι φορτώνουν τα κάρα και ξεκινάνε. Για το άγνωστο. Βρέχει καταρρακτωδώς για μέρες. Η λάσπη τους δυσκολεύει αφάνταστα. Δεν τους λένε που θα πάνε, μόνο το ότι θα πάνε δυτικά του Έβρου, στην Ελλάδα, για χάρη της οποίας ανέβηκαν στον Γολγοθά.
Παναγία Κοσμοσώτειρα, Φέρες.
     Είναι κουρασμένοι, αποκαμωμένοι και βασανισμένοι μόλις φτάνουν στο Σουφλί τον Οκτώβρη του 1922. Περιμένουν εκεί λίγους μήνες και μόλις περάσει ο χειμώνας ξεχύνονται νότια. Πάνε πάνω στο ποτάμι, γαντζώνονται απέναντι από τα χωριά τους. Θέλουν να τα βλέπουν, να τα μυρίζουν στον αέρα, να νιώθουν την αύρα της γλυκιάς πατρίδας που άφησαν. Καταλύουν στα χωριά δίπλα στον ποταμό Έβρο: Χάντζιας (Τάρσιο), Τσιακιρτζή (Πυρόλιθος), Μπίτικλι (Τύχιο/Τυχερό),  Φερετζίκ (Φέρες), Μαρχανλή (Πέπλος), Γκεμετζίκιοϊ (Γεμιστή), Τεκέ (Ταύρη), Καβησό, Πυλαία, Μπαξή-Βεη (Κήποι), Σαρχανλή (Αρδάνιο).  Μέσα στον χαμό, οικογένειες χωρίζονται, συγγενείς βρίσκονται  σε διαφορετικά χωριά. Και εκεί ξαναρχίζουν για άλλη μια φορά από την αρχή. Παλεύοντας πότε με τα ορμητικά νερά του Έβρου, πότε με την ξηρασία, πότε με τις ασθένειες. 
     Φτώχεια, ανέχεια και  στερήσεις όπως πάντα. Μόνο που λείπει ο τύραννος. Μόνο που ο αέρας της ελευθερίας είναι τόσο γλυκός, τόσο ελπιδοφόρος για το μέλλον. Μεταξύ τους διατηρούν ισχυρότατους δεσμούς οι οποίοι κορυφώνονται στα πανηγύρια. Σε κάθε πανηγύρι, ειδικά σε αυτά του Τυχερού και των Φερών, όλοι οι Αρβανίτες κινούν με κάρα και εγκαθίστανται για λίγες μέρες στα σπίτια των συγγενών και των φίλων τους. Η φιλοξενία των προσκυνητών, των πανηγυριωτών, αποτελεί ιερή υποχρέωση για τους κατοίκους.  Ανάμεσα στα δρώμενα του πανηγυριού, στο ατελείωτο φαγοπότι (οι Αρβανίτες φημίζονται γι’αυτό!) και στα αρβανίτικα ήθη και έθιμα, συζητάνε για τις νέες ζωές τους και μέσα από προξενιά και νέους γάμους ενισχύουν τους ισχυρούς δεσμούς τους.
     Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφού σιγά σιγά η πρώτη γενιά των προσφύγων πεθαίνει, οι δεσμοί αρχίζουν να χαλαρώνουν. Το μίσος της ελληνικής πολιτείας για τις αλλόφωνες διαλέκτους (αρβανίτικα, τούρκικα, τσακώνικα, σλαβικά) χτυπά την διάλεκτο των Αρβανιτών και τους δημιουργεί συμπλέγματα κατωτερότητας και αισθήματα μίσους για την ιστορία τους. Έτσι, οι επόμενες γενιές μεγαλώνουν μέσα στη λήθη, στη σιωπή μιας ακατανόητης ενοχής, στην ηθελημένη διαγραφή της μνήμης και μέσα σε μία προσπάθεια να μιμηθούν τα δυτικά πρότυπα ζωής. Πολλοί μεταναστεύουν στα μεγάλα αστικά κέντρα και στο εξωτερικό (κυρίως στη Γερμανία). Παρ’όλα αυτά,  όλοι γνωρίζουν ότι από το Τυχερό μέχρι τις Φέρρες βρίσκονται οι «Αρβαν’τάδις»: ξεροκέφαλοι, ισχυρογνώμονες, εγωιστές, άγριοι και καχύποπτοι. Από την άλλη όμως,  γλεντζέδες, αισιόδοξοι, παθιασμένοι με αυτό που κάνουν  και ικανοί για όλα, σε σημείο μανιώδους αυτοκαταστροφής:  από τη μια να φτάσουν ψηλά και από την άλλη να φθονούν την αντίστοιχη πρόοδο του γείτονά τους. 
      Με τους Σουφλιώτες δεν τα πηγαίναν καλά. Για τους Αρβανίτες, οι Σουφλιώτες ήταν διαφορετικοί: ήταν φιλάργυροι, εξαιρετικά τοπικιστές και συμφεροντολόγοι. Τα ποδοσφαιρικά παιχνίδια μεταξύ Σουφλίου και Τυχερού ανέκαθεν θύμιζαν ματς Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού. Όσο κι αν κανείς δεν δίδασκε στις νέες γενιές την κοινή ιστορία που έχουν εδώ και αιώνες οι Αρβανίτες της περιοχής, τα ίδια επίθετα, η αταβιστική οικειότητα και η αίσθηση της φάρας επιβίωσαν μαζί με τα σχόλια των παππούδων: «στα Φέρε να πας, όχι στο Σουφλί. Γκιούπια, χάινε πίνε κείνε μπάιζουλουμ μου σπούνε»….

Δημήτρης Δαλάτσης
Αθήνα, 4.10.2012
(βασισμένο στο βιβλίο μου, «Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης»).

Υ.Γ. Αφιερωμένο στη συγκινητική προσπάθεια των κατοίκων της περιοχής Φερών-Τυχερού να συνενωθούν διοικητικά σε έναν Δήμο. Το εύχομαι ολόψυχα.
Όποιο αποτέλεσμα κι αν έχει ο ιστορικός αυτός  αγώνας, κρατήστε μία υπόσχεση: να ονομαστεί  μια πλατεία με το όνομα της αρχικής μας κοιτίδας: «Πλατεία Βιθκουκίου». Κι εκεί, ένας μικρός τύμβος, αφιέρωμα και θυσία  στους  άταφους νεκρούς μας και στις δύο αλησμόνητες πατρίδες: και στα δυτικά (Βόρειο Ήπειρο)  και στα ανατολικά (Ανατολική Θράκη).
Υ.Γ.2  Αφιερωμένο επίσης στον Κώστα Καζάκη. Εύχομαι γρήγορη ανάρρωση!