Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Αρβανίτικη μουσική από τη Θράκη



Οι Θρακιώτες Αρβανίτες προέρχονται από μετανάστευση από την ανατολική Αλβανία, πολύ μεταγενέστερη από αυτήν της νοτίου Ελλάδας και μετά την επικράτηση του ονόματος Σκιπ. Το μουσικό τους ιδίωμα έχει χαρακτήρα σαφώς θρακιώτικο, ιδιαίτερα στα αργά καθιστικά τραγούδια. Οι χοροί τους είναι ίδιοι με αυτούς που ξέρουμε της θρακικής μουσικής παράδοσης: παϊντούσκα (5/8), ζωναράδικος (12/8) και μαντηλάτος σε 7/8 (2+2+3). Παλιότερα κυριαρχούσε η γκάιντα. Τώρα η κομπανία αποτελείται από κλαρίνο, νταούλι ή τουμπελέκι και μπουζούκι. Δεν έχουμε μεταγλώττιση των αρβανίτικων τραγουδιών στα Ελληνικά αλλά ούτε και το αντίθετο. Πολλά τραγουδιούνται από ομάδα γυναικών χωρίς συνοδεία οργάνων. Το χρώμα των φωνών τους μας θυμίζει εκείνο των βουλγάρικων γυναικείων φωνών.

Ω, μορε ντιάλι Ζαλούφιτ
Ω, μορε ντιάλι Ζαλούφιτ,
έντε ντομ γνκένιε τσέ ντο μπνιε,
εν πο γιάμ λιούλε τ πρες
εν πο γιαμ μολ τ μ κπούτε
ου γιάμ νι βαζ ε μπουκρ
πρ τα πούθουρ ου σκπούτ.
Ντιάλι βάιζ'ν τε πουθ βάιζα ε ντζόι.
Καλέ βρν κα 'ωμπα κριά
Γιώργιτ ν πατσιά ο χόλκ
Γιώργι πραπ κοσί - κοσί βατ ν’ στπί τε γιέμα
Ουντάμ, μούμε, ουντάμ.
Περεντόιτι ντιγιελί δέ νε μ’ σου παμ.


Εσύ παλικάρι από το Ζαλούφι,
εάν θα μ' έβρισκες
τι θα μ' έκαμνες,
δεν είμαι λουλούδι για να με κόψεις,
δεν είμαι μήλο για να με φας.
Εγώ είμαι κοπέλα, κοπέλα όμορφη για φίλημα
Όρμηξε το παλικάρι το κορίτσι για να φιλήσει,
βγάζει το παπούτσι της και κτυπά τον Γιώργη στο κεφάλι
Τον πήρανε τα αίματα και τρέχοντας πάει,
στο σπίτι του στη μάνα του.
Χωρίσαμε, μάνα, χωρίσαμε.
Βασίλεψε ο ήλιος, βασίλεψε.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παρακάτω άρθρο είναι αυτούσιο απόσπασμα από το υπό έκδοσιν βιβλίο του Θανάση Μωραΐτη με τίτλο "Αρβανίτικα Τραγούδια απ' όλη την Ελλάδα"


http://www.thanassismoraitis.gr/works_gr.html


Η ιστορία ενός πρόσφυγα από το Μεγάλο Ζαλούφι Ανατολικής Θράκης.

Αναδημοσίευση από το blog "λογομνήμων".

O παππούς μου: ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία

Τον παππού μου δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Πέθανε το 1964, λίγα χρόνια πριν γεννηθώ, ωστόσο έχω ακούσει τόσα από τον πατέρα μου για τη ζωή του που είναι σαν να τον έχω γνωρίσει. Η ζωή του, πιστεύω, πως παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Έζησε τέσσερις πολέμους, γνώρισε δύο κατοχές, έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος κι έφτασε να κηρυχτεί λιποτάκτης από δύο στρατούς: τουρκικό και βουλγαρικό! Μέσα από τη ζωή του ξετυλίγεται όλη η ιστορία της Ελλάδας στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, που ήταν μια ιδιαίτερα ταραγμένη ιστορική περίοδος.
Ο παππούς Θανάσης γεννήθηκε το 1888 στο Ζαλούφι (Μέγα Ζαλούφιον ήταν η επίσημη ονομασία), ένα αρβανιτοχώρι της Ανατολικής Θράκης, κοντά στην Αδριανούπολη, 12 χιλιόμετρα από τον Έβρο. Το χωριό ήταν μεγάλο, σύμφωνα με τον παππού μου αριθμούσε 1.200 σπίτια, που σημαίνει πως μπορεί να είχε μέχρι και 6.000 κατοίκους.


Στο χάρτη της Αν. Θράκης διακρίνεται, κοντά στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας, το Μέγα Ζαλούφι και βορειότερα η Αδριανούπολη
ο χάρτης είναι από το
http://easternthrace1922.blogspot.com/2010_08_01_archive.html

Πώς όμως βρέθηκαν οι αρβανιτάδες απ’ τη Βόρεια Ήπειρο στην Ανατολική Θράκη; Σύμφωνα με την παράδοση το χωριό ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα όταν ο Σουλτάν Σελίμ θέλησε να κτίσει ένα μεγαλοπρεπές τζαμί στην Αδριανούπολη. Γι’ αυτό μετέφερε τεχνίτες από τα χωριά της Κορυτσάς που ήταν ξακουστοί τεχνίτες πέτρας. Όταν ολοκληρώθηκε το τζαμί οι τεχνίτες ζήτησαν από το Σουλτάνο να τους παραχωρήσει από ένα κομμάτι γης ώστε να μείνουν εκεί για πάντα με τις οικογένειές τους. Έτσι κι έγινε και χτίστηκε το Ζαλούφι. Η γη της Ανατολικής Θράκης είναι πολύ εύφορη. Έλεγε χαρακτηριστικά ο παππούς μου: “Από την Αδριανούπολη μέχρι την Κωνσταντινούπολη πέτρα δε βρίσκεις!”


Το τζαμί του Σουλτάν Σελίμ στην Αδριανούπολη

Οι Ζαλουφιώτες μιλούσαν αρβανίτικα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν είχαν ελληνική συνείδηση. Ο παππούς Θανάσης, που ήταν περήφανος για την αρβανίτικη καταγωγή του, έλεγε πως 12 Έλληνες πρωθυπουργοί από συστάσεως του ελληνικού κράτους υπήρξαν αρβανίτες, ενώ καμάρωνε ιδιαίτερα για τον αρβανίτη Υδραίο ναύαρχο Κουντουριώτη που στο Θωρηκτό Αβέρωφ, τα παραγγέλματα τα έδινε αρβανίτικα ώστε να τα καταλαβαίνουν οι αρβανιτάδες Σπετσιώτες και Υδραίοι ναύτες του πλοίου.
Για τη τότε μικρή Ελλάδα οι Ζαλουφιώτες είχαν τη γνώμη ότι ήταν Ευρώπη. Όταν πήγαιναν στην Αδριανούπολη για να αγοράσουν ρούχα ή παπούτσια, ό,τι ωραίο βλέπανε στις βιτρίνες των καταστημάτων λέγανε: “Αυτά στην Ελλάδα παράγονται!”
Μια φορά ο πλουσιότερος του χωριού -τσορμπατζής κατά τη λαϊκή διάλεκτο- πήγε τη γυναίκα του στην Αθήνα ώστε να εγχειριστεί για καταρράκτη. Όταν γύρισε, μετά από μερικές εβδομάδες, οι γείτονες -μεταξύ των οποίων και ο προπάππος μου, Αναστάσης- τον επισκέφτηκαν για να μάθουν από πρώτο χέρι πώς ήταν η Αθήνα. Μιλάμε για το 1900 περίπου. Τους λέει λοιπόν ο τσορμπατζής: “Καλά τα πράγματα στην Αθήνα, αλλά ένα δε μ’ άρεσε. Οι Έλληνες στο ελεύθερο κράτος βρίζουν Χριστό και Παναγία!”
Τρομερή αίσθηση δημιούργησε η δήλωση του τσορμπατζή. Κανένας δεν τον πίστεψε. Όταν βγήκαν από το σπίτι του, άρχισαν όλοι να λένε και να συμφωνούν μεταξύ τους: “Ψέματα λέει. Τον έβαλε ο αστυνόμος στο καρακόλι να μας τα πει, για να δυσφημήσει την Ελλάδα. Είναι δυνατόν χριστιανοί άνθρωποι να βρίζουν Χριστό και Παναγία;”
Το χωριό του παππού Θανάση, το Ζαλούφι, είχε πολλά αμπέλια και φημιζόταν για τα κρασιά του. Τα ζαλουφιώτικα κρασιά θεωρούνταν τα καλύτερα της Θράκης. Σ’ εκείνα τα αμπέλια κρύφτηκε αργότερα ο παππούς μου για να αποφύγει τη στράτευσή του στον τουρκικό στρατό, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε αργότερα.


γυναικείο πουκάμισο από το Μέγα Ζαλούφι
(από το Λύκειο Ελληνίδων)

Είχε και δημοτικό σχολείο το Ζαλούφι. Με δάσκαλο και δασκάλα. Τα αγόρια διδάσκονταν απ’ το δάσκαλο, τα κορίτσια απ’ τη δασκάλα. Εννοείται βέβαια πως οι δαπάνες του σχολείου επιβάρυναν την κοινότητα καθώς βρισκόμαστε στα τέλη του 19ου αιώνα και το Ζαλούφι ανήκε τότε στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Το παράξενο είναι πως, σύμφωνα με τις διηγήσεις του παππού Θανάση, οι μικροί μαθητές διδάσκονταν  τρεις γλώσσες! Την τουρκική (με το αραβικό αλφάβητο) που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους, την ελληνική ως ελληνόπουλα αλλά και τη γαλλική!
Τώρα βέβαια, σωστό είναι να γίνει εδώ μια απαραίτητη διευκρίνιση. Τα παιδιά διδάσκονταν μεν την ελληνική γλώσσα, αλλά λέγοντας ελληνική εννοούμε την καθαρεύουσα. Φανταστείτε τώρα τα μικρά αρβανιτάκια που στο σπίτι τους μιλούσαν μόνο αρβανίτικα να προσπαθούν κατανοήσουν στο σχολείο την καθαρεύουσα! Ο παππούς Θανάσης θυμόταν ένα περιστατικό που συνέβη όταν πήγαινε Ε΄δημοτικού. Υπήρχε στο αναγνωστικό μια φράση που έλεγε: “έξωθεν ηκούσθη φωνή γλαυκός”. Του φαινόταν ακατανόητη και αποβραδίς είχε ρωτήσει τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του να του την εξηγήσουν αλλά δεν την ήξεραν. Την επόμενη μέρα στο μάθημα ο δάσκαλος, κρατώντας τη βέργα, άρχισε να ρωτάει τους μαθητές του τι σημαίνει “φωνή γλαυκός”. Εννοείται κανείς δεν ήξερε. Και άρχισε να πέφτει η ράβδος στις πλάτες και τα χέρια των καημένων των παιδιών. Έφτασε και η σειρά του μικρού Θανάση, που, τολμηρός όπως ήταν πάντα στη ζωή του, αποφάσισε να διακινδυνεύσει και λέει δυνατά: “φωνή γλαυκός σημαίνει φωνή γυναικός!” Το τι συνέβη μετά δεν το ξέχασε ποτέ. “Εσύ θα φας διπλό ξύλο γιατί αντί να σιωπήσεις ξεφούρνισες αυτή τη βλακεία!” είπε ο δάσκαλος μιλώντας μάλιστα αρβανίτικα -πάνω στα νεύρα του ξέχασε να μιλήσει ελληνικά όπως έκανε πάντα στο μάθημα- κι άρχισε να βαράει το μικρό Θανάση με τη βέργα.


Το Μεγάλο Ζαλούφι σήμερα
(η φωτογραφία είναι από το http://adrianou125.blogspot.com/
Ο παππούς μου διακρινόταν για τη γλωσσομάθειά του, αφού γνώριζε ούτε λίγο ούτε πολύ τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, τούρκικα, και φυσικά βουλγάρικα μια και έκανε τέσσερα χρόνια όμηρος στη Βουλγαρία, κι αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία που θα τη δούμε παρακάτω. Τα γαλλικά δεν τα βάζω γιατί οι γνώσεις του ήταν ελάχιστες, ήξερε όμως τόσα ώστε να βοηθήσει τον πατέρα μου, όταν εκείνος πήγαινε πρώτη γυμνασίου (το 1936), ώστε να βελτιώσει το βαθμό του.

Η κυρά των Μαρασίων ήταν από το Μεγάλο Ζαλούφι!
Πρόκειται για τη γυναίκα σύμβολο των Ελλήνων ακριτών του Έβρου που για 50 χρόνια ύψωνε καθημερινά την ελληνική σημαία λίγα μέτρα από τα ελληνοτουρκικά σύνορα.
Πέθανε τον Ιούνιο του 2011 σε ηλικία 107 ετών.

Η ιστορία του Γιάννη, του αδελφού του παππού μου, ήταν μια ιστορία που συγκλόνισε όλη την οικογένεια. Αλλά πριν μιλήσουμε για το Γιάννη, να πούμε δυο λόγια για την οικογένεια. Ο προπάππος μου, Αναστάσης, χήρος με δυο παιδιά, το Γιάννη και το Μιχάλη, παντρεύτηκε μια χήρα με τέσσερα κορίτσια και καρπός αυτού του γάμου ήταν δύο αγόρια. Σύνολο λοιπόν η οικογένεια είχε οχτώ παιδιά. Βενιαμίν της οικογένειας ήταν ο παππούς Θανάσης.
Ο Γιάννης ένα βράδυ επέστρεφε στο σπίτι συνοδεύοντας μια ξαδέλφη του. Είχανε πάει σε μια γαμήλια τελετή –εκείνο τον καιρό οι γάμοι γίνονταν και στα σπίτια-, και για κακή τους τύχη πέσανε πάνω σ’ ένα μεθυσμένο Τούρκο χωροφύλακα, ο οποίος μετά τις συνηθισμένες ερωτήσεις «πού πάτε, από πού έρχεστε»,  προσπάθησε να πειράξει ή να «θωπεύσει» την εξαδέλφη, αυτό δεν το γνωρίζουμε σίγουρα, γεγονός είναι πως ο Γιάννης αισθάνθηκε προσβεβλημένος από τη συμπεριφορά του χωροφύλακα και επακολούθησε συμπλοκή. Ο Τούρκος έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε μια φορά ανεπιτυχώς. Ο Γιάννης, βρισκόμενος σε άμυνα, έβγαλε από το ζωνάρι του μια κάμα (μαχαίρι) και τον κάρφωσε. Ο Τούρκος, τραυματισμένος βαριά, οδηγήθηκε σε νοσοκομείο της Αδριανούπολης. Το γεγονός πως έλειπε μια σφαίρα από το πιστόλι του, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία της εξαδέλφης του Γιάννη, έδειχνε πως ο Γιάννης θα τη γλύτωνε με μια σχετικά μικρή τιμωρία. Δυστυχώς όμως ο Τούρκος χωροφύλακας πέθανε στο νοσοκομείο κι έτσι η κατηγορία μετατράπηκε σε «φόνο εκ προθέσεως», με πολλά ελαφρυντικά βέβαια, που τον βοήθησαν να γλυτώσει την κρεμάλα, αλλά πάλι η απόφαση του δικαστηρίου ήταν 15 χρόνια φυλακή. Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις τουρκικές φυλακές -όσοι έχουν διαβάσει το “Άγιοι Δαίμονες” του Γ. Καλπούζου καταλαβαίνουν τι θα πει τουρκική φυλακή” επί οθωμανικής αυτοκρατορίας-, σε συνδυασμό με μια πνευμονία, απέφεραν το μοιραίο κι ο Γιάννης πέθανε στη φυλακή, το 1905, σε ηλικία 27 ετών.
1900
Η αυγή του εικοστού αιώνα βρίσκει τον παππού Θανάση να έχει τελειώσει το δημοτικό σχολείο του Μεγάλου Ζαλουφίου. Ούτε λόγος βέβαια για συνέχεια των σπουδών του στο γυμνάσιο της Αδριανούπολης. Ως εδώ και πολύ ήταν, όχι μόνο για τον παππού μου αλλά και για τα υπόλοιπα αγροτόπαιδα του Ζαλουφίου. Μόνο οι εύπορες οικογένειες είχαν τη δυνατότητα να στείλουν τα αγόρια τους στο γυμνάσιο.
Και αρχίζει η αγροτική δουλειά για τον παππού μου. Βοσκή, όργωμα, σπορά, θέρος, αλώνισμα. Και μια και μιλάμε για αγροτικές δουλειές να πούμε πως το Ζαλούφι έβγαζε δημητριακά, ψυχανθή, σουσάμι, τυροκομικά και βέβαια ήταν το μεγαλύτερο αμπελουργικό κέντρο της Αν. Θράκης. Για λάδι οι Ζαλουφιώτες χρησιμοποιούσαν, από Μάη μέχρι Νοέμβρη, το σουσαμόλαδο, ενώ το χειμώνα μαγείρευαν με χοιρινό λίπος. Ελιές δεν είχαν, ελαιόλαδο δε χρησιμοποιούσαν.


αρραβωνιασμένο ζευγάρι Ζαλουφιωτών
η φωτογραφία είναι από το http://www.cheimonio.gr/CF7D3F64.el.aspx

Οι γυναίκες είχαν τις δικές τους εργασίες: άρμεγμα αγελάδων και προβάτων, καθάρισμα κοτετσιού, μάζεμα των αυγών, σκούπισμα της αυλής, τάισμα πτηνών και οικιακών προβάτων και κατσικιών, μαγείρεμα και μεταφορά φαγητού στους άνδρες στους αγρούς, καθαριότητα σπιτιού, αργαλειός. Από τον αργαλειό γινότανε η ενδυμασία ανδρών και γυναικών με πρώτη ύλη το μαλλί των προβάτων και το βαμβάκι. Και επειδή ανέφερα σε προηγούμενη ανάρτηση την αγορά παπουτσιών από την Αδριανούπολη, τα παπούτσια αυτά προορίζονταν για την Κυριακή στην εκκλησία, Χριστούγεννα, Πάσχα και γιορτές. Τις υπόλοιπες μέρες οι χωριανοί φορούσαν τσαρούχια από τομάρια χοίρων.


Δυο φίλες Ζαλουφιώτισσες
από το http://www.cheimonio.gr/8A8A05D2.el.aspx

Γύρω στα 1906, ο παππούς Θανάσης διορίστηκε στο τρένο της γραμμής Αδριανούπολη – Κωνσταντινούπολη, ως υπεύθυνος για το ταχυδρομείο. Για την ακρίβεια το τρένο δεν περνούσε από την Αδριανούπολη, αλλά έκανε στάση σε ένα κοντινό χωριό, το Καραγάτς. Από εκεί διακλαδιζόταν η γραμμή, μία πήγαινε για Σόφια και η άλλη για Θεσσαλονίκη.
Λίγο αργότερα ο παππούς μου παντρεύτηκε και το 1910 γεννήθηκε η κόρη του,  η αδελφή του πατέρα μου.
Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι, που στα 1912, ξεσπάει ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, ο πρώτος μιας σειράς πολέμων που θα φέρουν συγκλονιστικές αλλαγές στη ζωή του παππού μου, της οικογένειάς του αλλά και στη ζωή χιλιάδων Ελλήνων που μέχρι τότε ζούσαν υπόδουλοι στη Μακεδονία και τη Θράκη…
1912: Ελλάδα, Βουλγαρία και Σερβία κηρύττουν τον πόλεμο στην Τουρκία. Ο παππούς μου, που ήταν τότε 24 χρονών, είχε, ως Οθωμανός υπήκοος, την υποχρέωση να καταταγεί στον τουρκικό στρατό, κάτι που βέβαια θεώρησε αδιανόητο να κάνει κι έτσι προτίμησε, όπως αρκετοί άλλοι νεαροί Ζαλουφιώτες, να κρυφτεί στα χιλιάδες στρέμματα από αμπέλια που υπήρχαν γύρω από το χωριό. Κάθε βράδυ, ένας από κάθε γειτονιά επέστρεφε κρυφά στο χωριό και έπαιρνε τρόφιμα για τους υπόλοιπους.
Όμως ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος εξελίχθηκε ραγδαία. Οι Τούρκοι γρήγορα κατέρρευσαν σε όλα τα μέτωπα και άρχισαν να υποχωρούν. Έτσι έφυγαν και από το Ζαλούφι για να οχυρωθούν στην Τσατάλτζα, 50 χιλιόμετρα πριν την Κωνσταντινούπολη.


Ο χάρτης δείχνει τα εδάφη που κέρδισαν Βούλγαροι, Σέρβοι και Έλληνες με τη λήξη του Α΄ βαλκανικού πολέμου. Η πράσινη γραμμή δείχνει τα σύνορα της Οθωμ. αυτοκρατορίας μέχρι το 1912
(ο χάρτης είναι από τη Βικιπαίδεια)

Με το που φεύγουν οι λίγοι Τούρκοι χωροφύλακες από το Ζαλούφι , οι Ζαλουφιώτες ξεσπούν σε πανηγυρισμούς. Ορισμένοι θερμόαιμοι πηγαίνουν στο σταθμό χωροφυλακής, καίνε το οίκημα και υψώνουν την ελληνική σημαία. Φανταστείτε τώρα την απογοήτευσή τους όταν βλέπουν μετά από λίγες μέρες να εισέρχεται στο χωριό τους βουλγαρικός στρατός. Το όνειρό τους για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα γκρεμίζεται.
Τα χειρότερα όμως θα έρθουν σε λίγο. Με το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, έρχεται η σειρά των Βουλγάρων να καταρρεύσουν στα πολλά μέτωπα που έχουν ανοίξει και ο τουρκικός στρατός επιστρέφει θριαμβευτικά στο Ζαλούφι. Οι Τούρκοι προβαίνουν σε αρπαγές και λεηλασίες ενώ σκοτώνουν 300 Ζαλουφιώτες που αποφάσισαν να μείνουν στα σπίτια τους. Εδώ να κάνω μια μικρή παρένθεση. Στην ιστοσελίδα http://www.cheimonio.gr/B020B5EC.el.aspx αναφέρεται πως οι σφαγές έγιναν σε αντίποινα της λεηλασίας που έκαναν οι Ζαλουφιώτες στο πομάκικο χωριό Παύλα. Τέτοιο περιστατικό δεν ανέφερε ποτέ ο παππούς μου στις διηγήσεις του προς τον πατέρα μου. Πιθανό να μην ήθελε να το αναφέρει, πιθανό να μην υπέπεσε στην αντίληψή του, το αναφέρω πάντως έστω και αν διατηρώ μια μικρή αμφιβολία για την αλήθεια του περιστατικού.


Η κατανομή των εδαφών όπως διαμορφώθηκε μετά τη λήξη και του Β΄ βαλκανικού πολέμου.
(ο χάρτης είναι από την Βικιπαίδεια)

Τελειώνει και ο Β΄ βαλκανικός πόλεμος (1913). Ο παππούς Θανάσης -έχει γλυτώσει μεν από τις σφαγές των Τούρκων, θεωρείται όμως ακόμη λιποτάκτης του τουρκικού στρατού κι έτσι αναγκάζεται να καταφύγει -μαζί με την οικογένειά του- στις Μάνδρες, ένα χωριό που βρισκόταν πέρα από τη Ροδόπη, σε βουλγαρικό έδαφος. Εκεί ζούσε παντρεμένη μια ετεροθαλής αδελφή του.
Στις Μάνδρες αρχίζει για τον παππού μου μια μεγάλη περιπέτεια που βάσταξε πολλά χρόνια. Οι βουλγαρικές αρχές δεν έστειλαν τους Βούλγαρους στρατιώτες στα σπίτια τους, γιατί όλα έδειχναν πως θα ξεσπούσε νέος πόλεμος, παγκόσμιος αυτή τη φορά. Έχοντας, λοιπόν, έλλειψη ανδρικού πληθυσμού και επομένως έλλειψη αγροτικών χεριών έστειλαν τους Έλληνες πρόσφυγες απ’ την Αν. Θράκη σε διάφορα χωριά της Βουλγαρίας. Την διασπορά αυτή την βάφτισαν “πολιτική επιστράτευση” που σήμαινε αγροτική εργασία χωρίς χρηματική αμοιβή. Μόνο ύπνο και φαγητό.
Ο παππούς μου βρέθηκε σε ένα χωριό στη λεγόμενη Παλαιά Βουλγαρία, κοντά στα σύνορα Βουλγαρίας – Ρουμανίας και υπήρξε ιδιαίτερα τυχερός γιατί έπεσε σε καλούς ανθρώπους.
Να κάνω εδώ μια ακόμα  παρένθεση. Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, την περίοδο 1916-18, κατά την οποία υπήρξε βουλγαρική κατοχή στη Αν. Μακεδονία, αρκετοί Έλληνες όμηροι -ιδιαίτερα από χωριά της Δράμας- υπέστησαν φοβερά δεινά στη Βουλγαρία σε κανονικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως (λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε εδώ στην ομιλία του Δραμινού δασκάλου και ιστοριογράφου Δημ. Πασχαλίδη, ο οποίος έβαλε σκοπό της ζωής του να εντοπίσει όλους τους Έλληνες νεκρούς εκείνης της περιόδου με το όνομά τους). Φαίνεται όμως πως οι Έλληνες ομήροι από τη Αν. Θράκη είχαν αισθητά καλύτερη μεταχείριση, εκτός αν ο παππούς Θανάσης ήταν τόσο τυχερός, τι να πω, δεν μπορώ να μιλήσω γενικότερα καθώς δε βρήκα καμία σχετική πληροφορία στο διαδίκτυο. Έτσι θα περιοριστώ στη μαρτυρία του παππού μου που για τα τρία χρόνια ομηρίας του στη Βουλγαρία δε μετέφερε στον πατέρα μου ούτε μια άσχημη ανάμνηση!


Οι συνασπισμοί των κρατών κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914-18)
(η φωτογραφία είναι από τη Βικιπαίδεια)

Η οικογένεια που τον ”φιλοξένησε” λοιπόν για τρία χρόνια -το “φιλοξένησε” εννοείται σε εισαγωγικά- ήταν καλοί άνθρωποι. Καθώς βρίσκονταν μακριά από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα δε διαπνέονταν από ανθελληνικά αισθήματα. Το μακεδονικό ζήτημα, που είχε γίνει αιτία μίσους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, δεν τους άγγιζε ψυχικά. Αποτελούσε κάτι απόμακρο γι’ αυτούς. Αντιθέτως μισούσαν τους Ρουμάνους λόγω εδαφικών διαφορών. Και έλεγε ο παππούς μου -πολύ σοφά- πως, τελικά, τα μίση δημιουργούνται μεταξύ γειτόνων.
Η οικογένεια λοιπόν αυτή αποτελούνταν από τον πάτερ φαμίλια, δηλαδή τον Βούλγαρο παππού, τη γιαγιά, δυο νύφες και έξι εγγόνια. Οι δύο γιοι της οικογένειας υπηρετούσαν στο βουλγαρικό στρατό.
Τα καθήκοντα του παππού Θανάση είχαν να κάνουν κυρίως με αγροτικές εργασίες, με τις οποίες εξοικειώθηκε -ως αγροτόπαιδο- πολύ εύκολα. Κι όχι μόνο εξοικειώθηκε μα και θαύμασε τον καλύτερο τρόπο εργασίας των ανθρώπων εκεί. Για χρόνια αργότερα ο παππούς μου είχε να λέει για τη μεθοδικότητα και το σωστό τρόπο καλλιέργειας των χωραφιών καθώς και για την πειθαρχία και το σεβασμό τους στην αγροτική νομοθεσία. Του είχε κάνει μάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση -σύμφωνα πάντα με τις διηγήσεις του πατέρα μου- πως τα κλαδιά, φορτωμένα με ώριμους καρπούς, από αχλαδιές, συκιές και ροδακινιές έγερναν έξω από τους φράχτες και κανείς περαστικός δεν άπλωνε το χέρι του να αρπάξει ένα φρούτο!
Όλα αυτά όμως θα ήταν άνευ ουσίας, αν δεν συνοδεύονταν από την ανθρώπινη μεταχείριση που επιφύλαξε η βουλγάρικη οικογένεια προς τον Έλληνα αιχμάλωτό τους. Μέχρι και χαρτζηλίκι του έδινε ο βούλγαρος πάτερ φαμίλιας, και καθώς ο παππούς μου δεν κάπνιζε, το ξόδευε σε εφημερίδες και περιοδικά, γιατί μπορεί να ήταν του δημοτικού, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του ο παππούς μου παρέμεινε μανιώδης αναγνώστης. Το αγαπημένο του ανάγνωσμα στη Βουλγαρία ήταν ένα λαϊκό περιοδικό με ήρωα τον Μπαϊγκάνιο, ένα φτωχό Βούλγαρο αγρότη με τσαρούχια που απ’ το δεξί του ώμο είχε κρεμασμένο ένα δισάκι με πράσα.
Τις καθημερινές ο παππούς μου έτρωγε στο χωράφι, με φαγητό που είχε ετοιμάσει αποβραδίς η βουλγάρα νοικοκυρά. Τις Κυριακές όμως καθόταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι -μαζί κι ο παππούς μου.
Μια Κυριακή λοιπόν συνέβη ένα περιστατικό από εκείνα που δεν ξεχνιούνται ποτέ. Την ώρα που έτρωγαν, χτύπησε η πόρτα και μπήκε η Ολυμπία, η δασκάλα του χωριού, με καταγωγή από τη βουλγαρική Μακεδονία. Μόλις ειδε τον παππού μου να τρώει μαζί με την οικογένεια, είπε στο Βούλγαρο νοικοκύρη:
“Αυτό το σκυλί το έχετε και τρώει μαζί σας;”
Δεν ήξερε. βέβαια, πως ο παππούς μου είχε στο μεταξύ μάθει άπταιστα τα βουλγάρικα.
Ο Βούλγαρος τη μάλωσε:
“Γιατί τον λες σκυλί; Άνθρωπος του θεού είναι. Θα ήθελα εγώ, αν πιαστεί ο γιος μου αιχμάλωτος από τους Έλληνες, να τον λεν σκυλί;”
Η Ολυμπία, θυμωμένη, ούτε που εξήγησε το λόγο που είχε έρθει. Έφυγε βιαστικά χτυπώντας την πόρτα.
Καθώς όμως τα χρόνια περνούσαν, κι ο Α΄παγκόσμιος πόλεμος κορυφωνόταν, οι Βούλγαροι είχαν όλο και μεγαλύτερες απώλειες κι έτσι κάποια στιγμή -γύρω στα 1916 ή 17- αποφάσισαν να στρατολογήσουν τους ομήρους από την Αν. Θράκη και να τους στείλουν στο μέτωπο.
Τα πράγματα τότε δυσκόλεψαν για τον παππού μου…
Την άνοιξη του 1917 τα πράγματα δυσκολεύουν για τους Βουλγάρους, καθώς έχουν βαριές απώλειες, και αποφασίζουν να στείλουν τους Έλληνες ομήρους στο μέτωπο. Ντύνεται, λοιπόν, στο χακί -το βουλγάρικο, εννοείται- ο παππούς μου και βρίσκεται στην πρώτη γραμμή να πολεμάει για λογαριασμό της Βουλγαρίας. Στην αρχή απλώς έσκαβε οχυρωματικά έργα, μόλις όμως οι Βούλγαροι βρέθηκαν σε δεινή θέση -όπως είπαμε, ειδικά προς το τέλος του Α΄παγκοσμίου πολέμου, οι απώλειές τους ήταν βαρύτατες- του φορούν κανονική στολή και του δίνουν όπλο.


Α΄παγκόσμιος πόλεμος: Βρετανοί στρατιώτες σε χαράκωμα
(η φωτογραφία είναι από το http://www.english.illinois.edu/maps/ww1/photoessay.htm)
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια οι απώλειες των Ελλήνων κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ήταν 5.000 στρατιώτες και 132.000 πολίτες, ενώ οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν 87.500 στρατιώτες και 275.000 πολίτες.

Το φθινόπωρο του ’18 ο παππούς μου βρίσκεται στη μάχη της Δοϊράνης (5-18/9/1918), μια από τις πιο φονικές αλλά και πιο καθοριστικές μάχες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου: Βούλγαροι και Γερμανοί εναντίον Άγγλων, Γάλλων και Ελλήνων.
Δε γνωρίζω σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκε ή αν αισθάνθηκε πως κινδύνευε η ζωή του, πάντως εκεί, σ’ ένα χαράκωμα κοντά στη λίμνη Δοϊράνη, το φθινόπωρο του 1918, εν μέσω κανονιοβολισμών και πυροβολισμών, ο παππούς μου παίρνει την πιο παράτολμη απόφαση της ζωής του: να λιποτακτήσει… Δεν την ονομάζω πιο γενναία, γιατί, κατά τη γνώμη μου, η πιο γενναία του απόφαση πάρθηκε αργότερα, κατά τη γερμανική κατοχή, -θα μιλήσουμε όμως γι’ αυτή την απόφαση στην επόμενη ανάρτηση.
Η ευκαιρία για απόδραση τού δόθηκε όταν, κάποια μέρα, βρέθηκε σ’ ένα παρατηρητήριο, στην κορυφή μιας πλαγιάς. Στην απέναντι κορυφή βρίσκονταν οι Άγγλοι και ενδιάμεσα τους χώριζε μια χαράδρα. Οπότε, λέει στο Βούλγαρο συνάδελφό του¹, που είχε σκοπιά: “κοιμήσου εσύ, θα φυλάξω εγώ στη θέση σου”. Άλλο που δεν ήθελε ο Βούλγαρος, πέφτει στο κρεβάτι κι αρχίζει το ροχαλητό. Αμέσως ο παππούς μου βγάζει τα στρατιωτικά του ρούχα, μένει με τη φανέλα του και τη σκελέα -αν ξυπνούσε ο Βούλγαρος, είχε σκεφτεί να του πει πως ξεντύθηκε για να ξεψειριαστεί-, παίρνει μαζί του και μια χειροβομβίδα -σε περίπτωση που τον έπιαναν, είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει, να γιατί υποθέτω πως είχε φτάσει στα όριά του-, και αρχίζει να κατρακυλάει τη χαράδρα. Στην αρχή οι Βούλγαροι δεν τον αντιλήφθηκαν, γιατί τα παρατηρητήρια κοιτούσαν απέναντι. Μόλις όμως άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά, ξεκίνησαν να βαράν τα πυροβόλα και τα κανόνια. Κάνοντας συνεχώς ζικ ζακ καταφέρνει τελικά να φτάσει στην κορυφή και βουτάει στο πρώτο χαράκωμα που βλέπει μπροστά του. Εκεί ξάπλωναν αμέριμνοι δύο Άγγλοι στρατιώτες. Μόλις τον είδαν τρόμαξαν και άρπαξαν τα όπλα τους, όμως ο παππούς μου με σηκωμένα τα χέρια αρχίζει να φωνάζει “Γκρέκο, Γκρέκο!” κι αφήνει κάτω τη χειροβομβίδα.
Σε λίγο έρχεται ένας Άγγλος αξιωματικός των πληροφοριών που μιλούσε σπαστά ελληνικά, τον έβγαλε πάνω στο ύψωμα κι άρχισε ο παππούς μου να του δείχνει ενώ αυτός σημείωνε στο χάρτη. “Εδώ έχει πολυβολείο, εκεί κανόνια, παραπέρα είναι το αρχηγείο τους”. Κάποια στιγμή όμως οι Βούλγαροι τους βάζουν στο σημάδι. Οι κανονιές έρχονται όλο και πιο κοντά. Ο παππούς μου του κάνει νόημα να φύγουν, ο μέχρι τότε ψύχραιμος Εγγλέζος του λέει “never mind”, αλλά συγχρόνως -έλεγε αργότερα γελώντας ο παππούς μου-, άρχισε να διπλώνει το χάρτη και με αργό ρυθμό τον διατάζει να αποσυρθούν επιτέλους στο χαράκωμα.

¹Ο παππούς μου πάντα αναρωτιόταν ποια να ήταν η τιμωρία του Βούλγαρου συναδέλφου του και βέβαια ευχόταν να μην είχε οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.


Στο στρατιωτικό νεκροταφείο της Δοϊράνης βρίσκονται οι τάφοι 102 Ελλήνων αξιωματικών και οπλιτών που σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης της Δοϊράνης (Σεπτέμβριος 1918).

Από τη Δοϊράνη ο παππούς μου μεταφέρθηκε -ως αιχμάλωτος των Άγγλων- στο Recreation Camp, κάτι σαν κέντρο αναψυχής των Άγγλων στρατιωτών, που λειτουργούσε στην Καλαμαριά, στις εγκαταστάσεις που δημιουργήθηκε αργότερα το στρατόπεδο Σκόδρα. Μέχρι το τέλος του πολέμου κάθισε εκεί, υπηρετώντας ως τραπεζοκόμος και χόρτασε να βλέπει Σαρλό κι άλλες ταινίες αφού κάθε βράδυ λειτουργούσε στο στρατόπεδο κινηματογράφος. Αυτό όμως που του έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν το ότι οι Εγγλέζοι, κάθε πρωί, απ’ τα κουτάκια μαρμελάδα που τους μοίραζε, έτρωγαν μια δυο κουταλιές και την υπόλοιπη την άφηναν.
Με το που τελειώνει ο πόλεμος, ο παππούς μου, σε μια βόλτα του στη Θεσσαλονίκη, συναντάει στην Εγνατία έναν Ζαλουφιώτη, ο οποίος του λέει τα ευχάριστα νέα: “Θανάση, η γυναίκα σου με την κόρη σου βρίσκονται στο Θολό (ένα χωριό του Ν. Σερρών, στο οποίο κατέφυγαν αρκετοί Ζαλουφιώτες)”. Έτσι πηγαίνει στο Θολό και αρχίζει εκεί μια καινούρια ζωή.
Μέσα σε λίγα χρόνια γίνεται καπνομεσίτης, ιδιοκτήτης παντοπωλείου και καφενείου και καθώς ήταν ο πιο μορφωμένος (ως απόφοιτος εξατάξιου δημοτικού) εκλέγεται πρόεδρος του χωριού!
Το 1924 γεννιέται ο πατέρας μου αλλά λίγο αργότερα πεθαίνει η γυναίκα του παππού μου από καρκίνο.  Το 1926 ή το 27 ξαναπαντρεύεται τη γυναίκα που γνώρισα ως γιαγιά Λίτσα, η οποία γέννησε κι αυτή ένα αγόρι, το οποίο δυστυχώς πέθανε από πνευμονία. Έχοντας χάσει λοιπόν γυναίκα και ένα παιδί ο παππούς μου αποφασίζει, το 1929, να μετακομίσουν οικογενειακώς στις Σέρρες.
Έχω υποσχεθεί στον πατέρα μου να μη μιλήσω για την πραγματική αιτία που οδήγησε τον παππού μου στην απόφαση για μετακόμιση στις Σέρρες, θα παραβώ όμως τον όρκο μου, γιατί νομίζω πως χωρίς την εξιστόρηση αυτού του περιστατικού η βιογραφία του παππού μου θα ήταν ατελής.
Λοιπόν, η κόρη του παππού μου, η αγαπημένη μου θεία, για την οποία ελάχιστα έχουμε μιλήσει ως τώρα, αγάπησε ένα φτωχό νέο. Όταν ο νέος πήγε να τη ζητήσει σε γάμο, ο παππούς μου -αρβανίτικο κεφάλι- αρνήθηκε να του τη δώσει, γιατί ο νέος ήταν φτωχός. Δε γνωρίζω τι άλλο μεσολάβησε, πάντως λίγες μέρες αργότερα η θεία μου κλέφτηκε με το νεαρό, με σκοπό να τον παντρευτεί.
Μόλις ο παππούς μου διαπίστωσε τι είχε συμβεί, άρπαξε το τουφέκι του και ξεκίνησε να τους κυνηγήσει, ευτυχώς έπεσε στα πόδια του η γιαγιά Λίτσα λέγοντάς του: “Θανάση, σκέψου το παιδί σου!”, δηλαδή τον πατέρα μου. Ο παππούς μου άφησε το τουφέκι, δε συγχώρησε όμως τη θεία μου. Και μάλιστα θεώρησε την προσβολή τόσο μεγάλη -δεν μπορούσε ούτε να κυκλοφορήσει στο χωριό, γιατί είχε την αίσθηση πως όλοι τον κορόιδευαν- που αποφάσισε να φύγει για τις Σέρρες. Αυτή ήταν η αιτία για την ξαφνική μετακόμιση της οικογένειας. Τελικά συμφιλιώθηκε με τη θεία μου, πολλά χρόνια αργότερα, στα 1953, μετά από μεσολάβηση της γιαγιάς Λίτσας, και έζησαν αγαπημένοι μέχρι το θάνατό του, το 1964.
Ναι, τώρα μπορώ να το πω, ο παππούς μου δεν ήταν από τους ανθρώπους που κυνηγάνε την περιπέτεια, μάλλον ήταν από τους ανθρώπους που τους κυνηγάει η περιπέτεια και δεν τους αφήνει να ησυχάσουν…
Τον Απρίλιο του 1929 ο παππούς μου εγκαθίσταται με την οικογένειά του στις Σέρρες και συνεταιρίζεται με έναν Αιγυπτιώτη ποτοποιό που είχε ποτοποιείο. Όταν μετά από λίγους μήνες ο Αιγυπτιώτης φεύγει για την Αίγυπτο, ο παππούς μου γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης του καταστήματος. Το ποτοποιείο πουλούσε χύμα κρασί, ρετσίνα, ούζο και ηδύποτα (κουαντρό, μέντα, τιντούρα και ένα ποτό που ονομαζόταν μπερδεμένο, το οποίο μάλλον ήταν κάποιο κοκτέιλ). Υπήρχαν και τραπέζια στο μαγαζί, όπου σύχναζαν, το μεσημέρι, ιδιαίτερα μορφωμένοι πελάτες: δύο απόστρατοι αξιωματικοί, ένας λογιστής, δύο δικαστικοί κλητήρες, τρεις δικηγόροι (για τον ένα δικηγόρο υπήρχε η φήμη πως περνούσε και από άλλα ποτοποιεία, πριν καταλήξει στο σπίτι του), δύο στρατιωτικοί εν ενεργεία, δύο διορθωτές ραπτομηχανών, ένας ειδικός στην επιλογή των καπνών (εξπέρ τους έλεγαν εκείνη την εποχή), ένας έμπορος ρούχων κ.ά. Φαντάζομαι, αναρωτιέστε πώς αναφέρω με τόση σιγουριά τους πελάτες και τα επαγγέλματά τους, αλλά ο πατέρας μου, που δούλευε τότε στο μαγαζί βοηθώντας τον παππού μου, θυμάται, ακόμα και τώρα, όλους τους σταθερούς πελάτες  με το όνομά τους! Κάθε μέρα οι πελάτες αυτοί περνούσαν απ’ το μαγαζί, έπιναν ένα δυο ποτηράκια, χωρίς μεζέ (μεζές δεν υπήρχε, επιτρεπόταν όμως να φέρουν μαζί τους οι πελάτες φρούτο ή τυρί) και συζητούσαν.  Οι συζητήσεις, που συνήθως αφορούσαν την ελληνική και διεθνή πολιτική, ήταν βέβαια υψηλού επιπέδου. Μάλιστα για το ποτοποιείο του παππού μου έγινε κάποτε αναφορά και στην πιο έγκυρη εφημερίδα των Σερρών, την «Πρόοδο», στην οποία ο ίδιος ο διευθυντής της, ο Σγουραμάνης, έγραψε χιουμοριστικά για την «πινική» ακαδημία που λειτουργούσε στο ποτοποιείο του Αθανασίου Μενεξέ.
Δίπλα στο ταμείο βρισκόταν ένας μικρός πίνακας όπου ο παππούς μου σημείωνε όσους αγόραζαν βερεσέ. Ειδικά για αυτούς που δεν ξοφλούσαν τα βερεσέδια τους, έλεγε ο παππούς μου πως ο μπαταχτσής όχι μόνο δε σε πληρώνει μα τον χάνεις κι από πελάτη. Και συμπλήρωνε χιουμοριστικά πως απ’ τον μπαταχτσή κι ένα τσουβάλι άχυρα να πάρεις, κέρδος θα έχεις!
Κάθε Τρίτη γινόταν στις Σέρρες το παζάρι. Αυτή ήταν μια ειδική μέρα για το μαγαζί, που έμενε ανοιχτό και τα μεσημέρια για να δεχτεί τους διάφορους χωρικούς και κτηνοτρόφους που έρχονταν να φάνε το φαγητό τους (γι’ αυτούς γινόταν μια εξαίρεση) παραγγέλνοντας βέβαια και το κρασάκι τους. Τότε ακούγονταν στο μαγαζί διάφορες γλώσσες: ελληνικά, αρβανίτικα, βλάχικα, βουλγάρικα και ποντιακά! Μια μικρή «Βαβυλωνία» δηλαδή.
Όλη η δεκαετία του 1930 πέρασε ήρεμα χωρίς σημαντικά γεγονότα αν εξαιρέσουμε το βομβαρδισμό των Σερρών το 1935 από Έλληνα αεροπόρο! Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά όντως έγινε. Να τι είχε συμβεί: Στα 1935 έγινε το κίνημα του Βενιζέλου κατά της τότε κυβέρνησης των Τσαλδάρη – Κονδύλη. Στις Σέρρες στασίασε το 19ο Σύνταγμα και μαζί τους ενώθηκαν αρκετοί πολίτες. Οι στασιαστές έβγαλαν καινούριο Δήμαρχο και Νομάρχη ενώ έγιναν αρκετές συλλήψεις αξιωματικών και πολιτών. Στις 9 Μαρτίου η κυβερνητική αεροπορία προέβη σε “εκφοβιστικούς” βομβαρδισμούς της πόλης. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί η μοναδική ιστοσελίδα που αναφέρει το περιστατικό. Ίσως πράγματι ο στόχος του βομβαρδισμού να ήταν ο εκφοβισμός των στασιαστών, γεγονός πάντως είναι ότι βρέθηκε ένας ηλίθιος αεροπόρος που βομβάρδισε, μέρα μεσημέρι, το πιο κεντρικό σημείο των Σερρών, τη διασταύρωση των οδών Ερμού και Μεραρχίας, δίπλα ακριβώς απ’ το Δημαρχείο. Αποτέλεσμα ήταν να θρηνήσουν οι Σέρρες 30 νεκρούς και τραυματίες -ανύποπτους πολίτες-, μεταξύ τους και γυναικόπαιδα που δεν είχαν καμία ανάμειξη στην ανταρσία.
Για την ιστορία ο μεν αεροπόρος που έριξε τη βόμβα ανταμείφθηκε βέβαια για την πράξη του παίρνοντας, αργότερα, ανώτερη θέση στο ΓΕΑ, το δε κίνημα του Βενιζέλου απέτυχε, δίνοντας παράλληλα την αφορμή στους φιλοβασιλικούς να αρχίσουν τη μαζική διώξη των βενιζελικών αξιωματικών από το στράτευμα, με αποτέλεσμα την επόμενη χρονιά (1936) να έχουμε το πραξικόπημα του Μεταξά.
Και καθώς τελειώνει η δεκαετία του ’30, τα μαύρα σύννεφα του πολέμου απλώνονται σιγά σιγά πάνω απ’ την Ευρώπη κι αρχίζουν να πλησιάζουν και την Ελλάδα.
-Παππού Θανάση, νόμιζες πως θα περάσεις ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής σου; Σε γελάσανε. Το βιβλίο της ιστορίας δεν τέλειωσε ακόμα, έχει πολλές σελίδες γραμμένες κι είναι στο ριζικό σου να τις ζήσεις όλες…
Τον Μάρτιο του 1941 οι Γερμανοί ετοιμάζονται για εισβολή -μέσω της Βουλγαρίας- στην Ελλάδα. Ένα βράδυ, ο παππούς Θανάσης, γυρίζοντας απ’ το μαγαζί, ανακοινώνει στην οικογένεια:
“Μόλις έρθουν εδώ οι Γερμανοί, τα μέρη αυτά, από Έβρο μέχρι Στρυμώνα, θα τα δώσουν στους Βουλγάρους. Γι’ αυτό πρέπει να φύγουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα”.
Τα πράγματα εξελίχτηκαν ακριβώς όπως τα προέβλεψε ο παππούς μου, που μπορεί να ήταν του δημοτικού, όμως διάβαζε κάθε μέρα εφημερίδα, άκουγε επίσης τις συζητήσεις των πελατών του και βέβαια ήταν γνώστης των επεκτατικών διαθέσεων της Βουλγαρίας. Ήξερε πως οι Βούλγαροι είχαν ήδη καταλάβει δύο φορές τις Σέρρες, μία το 1913 -για έξι μήνες- και άλλη μία με τη βοήθεια των Γερμανών, την περίοδο 1916-18 , όταν οι Σέρρες υπέφεραν πολλά.


1913: Οι Σέρρες πυρπολημένες από τους Βουλγάρους
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Την επόμενη Κυριακή (προς τα τέλη Μαρτίου) ο παππούς παίρνει ένα ταξί και πηγαίνει στο Σοχό, που βρίσκεται πέρα απ’ το Στρυμώνα, προς τη μεριά της Θεσσαλονίκης. Εκεί νοικιάζει ένα δωμάτιο σε αγροτικό σπίτι, με χρήση κουζίνας και αυθημερόν επιστρέφει στις Σέρρες. Δυο τρεις μέρες αργότερα νοικιάζει αυτή τη φορά φορτηγό, φορτώνει η οικογένεια τα εντελώς απαραίτητα έπιπλα και τα είδη νοικοκυριού και ξεκινάνε όλοι μαζί – μια ακόμα προσφυγιά- για τον Σοχό.
Λίγο πριν φύγουν, συνέβη το περιστατικό με το εικονοστάσι:
Στο εικονοστάσι του σπιτιού υπήρχαν δυο τρία μικρά εικονίσματα και μια μεγάλη επίχρυση εικόνα της Παναγίας με το Χριστό στην αγκαλιά. Προσπάθησαν τόσο η γιαγιά Λίτσα όσο κι ο παππούς να βγάλουν την εικόνα αλλά δεν τα κατάφεραν. Προφανώς η εικόνα είχε σφηνώνει λόγω της διαστολής απ’ τη θερμότητα που έβγαζε το άσβηστο, μέρα νύχτα, καντήλι, που έκαιγε συνέχεια απ’ το 1929, δηλαδή δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Η πρώτη σκέψη του παππού ήταν να διαλύσει το εικονοστάσι -πώς θα έφευγαν χωρίς την εικόνα της Παναγίας;- αλλά η πάντα θεοσεβούμενη γιαγιά Λίτσα σταυροκοπήθηκε και είπε:
-Θανάση, η Παναγία έκανε το θαύμα της, μεγάλη η Χάρη της! Αυτό είναι σημάδι πως θα γυρίσουμε μια μέρα σπίτι μας. Η Παναγία δε θέλει να φύγει!
Και πράγματι το σημάδι επαληθεύτηκε γιατί μετά από τριάμισι χρόνια επέστρεψαν στις Σέρρες και μάλιστα βρήκαν το σπίτι ακριβώς όπως το είχαν αφήσει. Χωρίς να λείπει ούτε καρφίτσα από τα πράγματά τους. Τα τριάμισι αυτά χρόνια στο σπίτι έμενε ένας Βούλγαρος αξιωματικός της χωροφυλακής με την οικογένειά του.
Το αντίθετο συνέβη με το μαγαζί. Εκεί φεύγοντας ο Βούλγαρος προσωρινός ιδιοκτήτης, πήρε μαζί του ό,τι μπορούσε να μεταφέρει.


Η βουλγαρική κατοχή των Σερρών (1941-44) υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη γιατί απ’ την αρχή φάνηκε πως οι Βούλγαροι δεν είχαν έρθει για κατοχή αλλά για προσάρτηση και στόχος τους ήταν η αλλοίωση του πληθυσμού της πόλης. Με το που μπήκαν στην πόλη (Απρίλιο του 41) έκλεισαν σχολεία και εκκλησίες, αντικατέστησαν δημοτικές και διοικητικές αρχές, άλλαξαν υπηρεσίες, οδούς, πινακίδες, ακόμα και τις πινακίδες των καταστημάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το φημισμένο βιβλιοπωλείο Βαγουρδή, το οποίο είχε την επιγραφή του στα πλακάκια μπροστά στην είσοδο έτσι ώστε σε κάθε πλακάκι να αντιστοιχεί κι ένα γράμμα. Όχι μόνο έκλεισαν το βιβλιοπωλείο, μα ξήλωσαν και τα πλακάκια και τα αντικατέστησαν με άλλα! Και βέβαια, δε δίστασαν να παραδώσουν τους 475 Εβραίους της πόλης (συν 19 από τη Νέα Ζίχνη) στους Γερμανούς. Οι Εβραίοι μεταφέρθηκαν στην Πολωνία και εξοντώθηκαν όλοι…
Όσοι Σερραίοι είχαν τη δυνατότητα, εγκατέλειψαν τις Σέρρες και κατέφυγαν σε άλλες περιοχές: στο Σοχό, στη Νιγρίτα, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη.
Πώς όμως πέρασε η οικογένεια το χειμώνα του 41-42 στο Σοχό, αφού ο παππούς δε δούλευε πλέον και δε διέθετε άλλο εισόδημα; Εκτός από κάποιες χρυσές λίρες που φαίνεται πως είχε κρυμμένες, και με τις οποίες πλήρωνε κάθε μήνα το ενοίκιο για το δωμάτιο που έμεναν, αξίζει να αναφερθεί και ο τρόπος με τον οποίο προνόησε ο παππούς να μη λείψει τίποτα απ’ τη διατροφή της οικογένειας. Με το που έφθασαν στο Σοχό, αγόρασε ένα μεγάλο αρνί, μάλιστα το βοσκούσε ο ίδιος το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 41, κι όταν έφτασε ο χειμώνας, το έδωσε στο χασάπη να το σφάξει. Το κρέας το πάστωσε, ένα μέρος το έκανε λουκάνικα, ενώ τα εντόσθια με κομματάκια ψαχνό, πιπέρι, πράσο και κρεμμύδι το έκανε καβουρμά που διατηρείται σε πήλινα δοχεία για πολύ καιρό. Είχαν αγοράσει και 500 οκάδες σιτάρι (περίπου 640 κιλά) που τους έφτασε για δυο χρόνια και έτσι έβγαλαν το δύσκολο χειμώνα του 41-42. Φυσικά η πείνα που θέρισε Θεσσαλονίκη και Αθήνα δεν έφτασε ποτέ στο Σοχό ούτε στα υπόλοιπα χωριά, αλλά αυτό δε σημαίνει πως στην ύπαιθρο ζούσαν πλουσιοπάροχα.


Βούλγαροι στρατιώτες στο σιδηροδρομικό σταθμό των Σερρών.
(η φωτογραφία είναι από το http://www.serrelib.gr/serres2.htm)

Επειδή τα αρχεία του Γυμνασίου Σερρών είχαν μεταφερθεί στο Ε΄ Γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, στην Ανάληψη, ο παππούς μου έστειλε τον πατέρα μου να τελειώσει την πέμπτη Γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη (μια “κουτσή” σχολική χρονιά: τα μαθήματα ξεκίνησαν το Μάιο, έγινε διακοπή για το καλοκαίρι και συνεχίστηκαν από Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του 41). Στη Θεσσαλονίκη ο πατέρας μου έμενε σε μια θεία του στο Βαρδάρη και πήγαινε στην Ανάληψη κάθε μέρα με το τραμ, εκτός αν είχε διακοπή του ηλεκτρικού οπότε έφτανε σχολείο με τα πόδια! Η γιαγιά Λίτσα τού έστελνε, μέρα παρά μέρα, με το λεωφορείο της γραμμής Θεσσαλονίκης – Σοχού, φαγητό και ζυμωτό ψωμί.
Η επόμενη σχολική χρονιά άρχισε το Μάρτιο του ’42, κι ο παππούς αποφάσισε να στείλει τον πατέρα μου, που θα φοιτούσε έκτη Γυμνασίου, στο Γυμνάσιο Νιγρίτας. Κάθε Δευτέρα πρωί ξεκινούσε ο πατέρας μου απ’ το Σοχό, παρέα με το Γιαννάκη, το γιο του φαρμακοποιού, κι έκαναν τρεις ώρες ποδαρόδρομο μέχρι να φτάσουν στη Νιγρίτα. Την Παρασκευή το μεσημέρι επέστρεφαν, μόνο που τώρα έκαναν τέσσερις ώρες γιατί έπρεπε να ανέβουν τον Βερτίσκο, το βουνό που στέκει μεταξύ Νιγρίτας και Σοχού. Τα αναφέρω αυτά γιατί θέλω να φτάσω στην τελευταία σημαντική απόφαση του παππού μου, την πιο γενναία κατά τη γνώμη μου, στην οποία αναφέρθηκα ήδη σε προηγούμενη ανάρτηση. Η ιστορία έχει ως εξής:
Νοέμβριος του 1942. Ο πατέρας μου έχει τελειώσει την έκτη Γυμνασίου και είναι έτοιμος πλέον να αναζητήσει κάποια εργασία. Για το πανεπιστήμιο απαιτούνται εισαγωγικές εξετάσεις που για χίλιους λόγους δε γίνεται να τις δώσει. Ο παππούς μου, μάλιστα, έχει βρει στο Σοχό έναν παλιό του πελάτη που διαθέτει μεγάλο “μέσο”, ο οποίος του ρίχνει την ιδέα:
-Θανάση, θέλεις να διορίσω το γιο σου γραφέα στο ειρηνοδικείο Σοχού;
Του παππού μου του άρεσε η ιδέα. Οικογενειακό συμβούλιο βέβαια δε γινόταν, ο παππούς απλώς ανακοίνωνε τις αποφάσεις του στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όταν λοιπόν ανακοίνωσε αυτό το νέο, όλοι χάρηκαν γιατί επιτέλους, μετά από καιρό, θα ερχόταν κάποιο εισόδημα στην οικογένεια, έστω πενιχρό. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα φτάνει και το επίσημο χαρτί του διορισμού κι ο πατέρας μου, το βράδυ πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, πέφτει να κοιμηθεί, έτοιμος και χαρούμενος για τη νέα του καριέρα. Το ίδιο βράδυ όμως ο παππούς διαβάζει στην εφημερίδα -ναι, διάβαζε ακόμα και τότε εφημερίδα!- πως καταργούνται οι εισαγωγικές εξετάσεις στα πανεπιστήμια. Το πρωί όλα έχουν αλλάξει. Η οικογένεια ακούει εμβρόντητη την καινούργια απόφαση του παππού:
-Θα πάμε στη Θεσσαλονίκη. Ο γιος μου θα σπουδάσει στο πανεπιστήμιο!
Καινούρια προσφυγιά για την οικογένεια -καημένη γιαγιά Λίτσα, τράβηξες κι εσύ!-
Τέλη του ’42 έρχονται στη Θεσσαλονίκη, την πιο δύσκολη ίσως περίοδο της κατοχής, ένα χρόνο μετά την πείνα που θέρισε κόσμο και κοσμάκη και λίγο πριν τη μαζική εξόντωση των Εβραίων από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου γράφεται στη γεωπονική σχολή.
Βέβαια, ο χειμώνας  του 42-43 ήταν αισθητά καλύτερος από το χειμώνα του 41-42, σε ό,τι αφορά το κρύο και την πείνα, κάτι που όμως ο παππούς μου, εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσε να ξέρει, γι’ αυτό θεωρώ την απόφασή του για μετακόμιση στη Θεσσαλονίκη την πιο γενναία της ζωής του.
Στη Θεσσαλονίκη, το πρώτο χρονικό διάστημα, έμειναν στο σπίτι ενός φίλου γανωματή. Τα δωμάτια ήταν κλειστά, όμως όλη η οικογένια βολεύτηκε στην ευρύχωρη κουζίνα του σπιτού. Ο γανωματής αυτός βλέποντας τα σκούρα στη Θεσσαλονίκη, προτίμησε να ακολουθήσει την αντίθετη πορεία απ’ τον παππού μου και να μετακομίσει στο Σοχό, όπου δεν υπήρχε γανωματής.
Αργότερα η οικογένεια νοίκιασε, από την Πρόνοια, ένα δωμάτιο σε σπίτι που κατοικούσαν άλλοτε Εβραίοι, τους οποίους είχαν ήδη περιορίσει οι Γερμανοί στα δύο γκέτο της πόλης. Στο δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού έμενε μια άλλη προσφυγική οικογένεια από τις Σέρρες. Κουζίνα και τουαλέτα ήταν κοινή και για τις δύο οικογένειες.
Ευτυχώς ο παππούς μου διέθετε ακόμη την άδεια του ποτοποιού, χάρη στην οποία προμηθευόταν κάθε μήνα από το Χημείο ένα βαρέλι οινόπνευμα, σε πολύ φθηνή τιμή, και στη συνέχεια το μεταπωλούσε στον Τσάνταλη. Έτσι έβγαλε η οικογένεια εκείνο το χειμώνα όπως και τον επόμενο. Ο πατέρας μου παράλληλα τρεφόταν με το φοιτητικό συσσίτιο καθώς και με τα συσσίτια του κατηχητικού.
Το Μάρτιο του ’43 ιδρύεται η Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης και ο πατέρας μου -όπως και πολλοί συμφοιτητές του- αποφασίζει να μεταγραφεί στην ιατρική. Όταν έμαθε το νέο ο παππούς μου, του είπε:
-Καλά έκανες. Και στην Κίνα αιχμάλωτος να βρεθείς, θα σε κάνουν γιατρό των αιχμαλώτων!!
Ποια άλλη συμβουλή μπορούσε να δώσει ένας άνθρωπος που πέρασε στη ζωή του τόσες προσφυγιές, αιχμαλωσίες, κατοχές και πολέμους; Ένας άνθρωπος που δε χρειάστηκε να διαβάσει Ιστορία, γιατί την έζησε την Ιστορία…
Εδώ τελειώνει η εξιστόρηση του βίου του παππού μου. Άλλες περιπέτειες δεν έζησε. Η οικογένεια επέστρεψε κάποια στιγμή στις Σέρρες, ο παππούς μου ξανάνοιξε το μαγαζί του κι έζησε ειρηνικά -επιτέλους!- τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του.
Πέθανε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στα αγαπημένα του πρόσωπα, έχοντας προλάβει να δει τρία εγγόνια. Εγώ ήμουν ο μόνος εγγονός που δε γνώρισε.



Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Αρβανίτικο μοιρολόι της Θράκης


Το παρακάτω τραγούδι είναι ένα μοιρολόϊ το οποίο αναφέρεται σε ένα παλληκάρι, τον Πέτρο, που ξέμεινε και πέθανε μακριά από το χωριό, σε ξένα μέρη.  Το τραγούδι αυτό διέσωσε ο Κώστας Καζάκης,  μέσω της  Αθηνάς Καραδέδε-Ναλμπάντη που το τραγουδούσε στο Τυχερό Έβρου και έχει δημοσιευτεί στο  «Αφιέρωμα στα Αρβανιτοχώρια της Θράκης»,  περιοδικό Μπέσα, τεύχος 25 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1993), σ.14.


Του Πέτρου

Πέτρο, Πέτρο, ζόγγου ι σκρούαρ (Πέτρο, Πέτρο, πουλί γραμμένο)
Νe Χάντζιας ρη μπουλιούαρ (στο Χάντζιας είσαι θαμμένος).
Ι πα λιαρ ι πα ντρούαρ (Άπλυτος, άντυτος)
Πέτρο τe  μπeν γκιάσστ μούαj (και πέρασαν έξη μήνες).
Σjκόn ι τατ, πω σ’ τe μούαρ (Πέρασε ο πατέρας σου και δεν σε πήρε)
Σε τe  ίσστ ι ζeμρούαρ  (γιατί σου ήταν θυμωμένος).
Ι μπεν παράτ πα τρεγγούαρ (Του’ μειναν τα λεφτά χωρίς να του τα στείλεις)
Πέτρο, Πέτρο ζόγγου ι σκρούαρ (Πέτρο, Πέτρο, πουλί γραμμένο)
Νe Χάντζιας γιε μπουλιούαρ (στο Χάντζιας βρίσκεσαι θαμμένος).
Πέτρο τe κόρρeτ ντο αφρόνj (Πέτρο, το θέρος πλησιάζει)
Εδέ φούσσια ντο γκιμόνj (και ο κάμπος αντιλαλεί).
Ντο ντάλj γιοτ’ eμα, ντο ντeρμπλιόνj (θα βγει η μάνα σου να δει)
Ντο χίνj μπρέντα ντο βαjτόνj (θα μπει μέσα και θα μοιρολογήσει).

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Η διάβαση του Έβρου το 1922 και ο αλβανικός εθνικισμός


William R. Shepherd, Ethnic groups in the Balkans and Asia Minor as of early 20th century (1911).


Για τους Αρβανίτες,  το πέρασμα από τα χωριά τους στο ελληνικό έδαφος τον Οκτώβριο του 1922 μαζί με όλο τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης ήταν κάτι αυτονόητο. Έντρομοι οι ελληνικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη στο άκουσμα της επικείμενης επιστροφής των Τούρκων. Αν για τον αλβανικό εθνικισμό η διεκδίκηση (έστω και θεωρητική) των αλβανοφώνων του ελληνικού κράτους στις αρχές του 20ου αιώνα είχε κάποια  λογική (μιας και όπως είδαμε και για τον ελληνικό εθνικισμό οι Έλληνες και οι Αλβανοί μετείχαν της ίδιας εθνικής ουσίας), στη σημερινή εποχή μια τέτοια αναδρομική διεκδίκηση φαντάζει, εκτός από ανώφελη, γραφική και κυρίως ανιστόρητη. Τέτοιου είδους διεκδικήσεις σήμερα προσιδιάζουν σε έναν παλιομοδίτικο εθνικισμό μεσοπολεμικής κοπής, εξυπηρετούν βραχυπρόθεσμους μικροπολιτικούς στόχους και κινούνται εκτός της κοινής λογικής και της ιστορικής πραγματικότητας.[1] Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όμως και όσοι θεωρούν την προαιωνιότητα του «γλωσσικού» έθνους ως φυσικό φαινόμενο. Στη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια  wikipedia, στην αγγλική της έκδοση, οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης Albanian speakers of Western Thrace» είναι ο τίτλος του λήμματος το κείμενο του οποίου είναι ανυπόγραφο) παρουσιάζονται ως «μία γλωσσική μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη στα σύνορα με την Τουρκία».[2]
«Μιλούν  το βόρειο παρακλάδι της τοσκικής αλβανικής και είναι απόγονοι των αλβανικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης  που μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τη δεκαετία του 1920». Η αλήθεια είναι ότι οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης δεν μετανάστευσαν βάσει της συνθήκης της Λωζάνης, αλλά είχαν ήδη μεταναστεύσει στη Δυτική Θράκη από τον Οκτώβριο του 1922, ήταν δηλαδή πρόσφυγες και όχι ανταλλάξιμοι,[3] η δε άγνοια του συγγραφέα του εν λόγω κειμένου είναι εμφανής αφού δεν οριοθετεί χρονικά αυτή τη μετανάστευση αλλά αναγράφει αορίστως ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του 1920.[4]Στη συνέχεια, ο συγγραφέας,  κινούμενος στις συντεταγμένες του αλβανικού εθνικισμού, γράφοντας για την αρχική μετανάστευση των «Αλβανών» από την Αλβανία  στη Θράκη, συναθροίζει τους ορθόδοξους και τους μουσουλμάνους σε μία ομάδα. Είναι βέβαια γνωστό το πόσο υπέφερε από τους ομογλώσσους μουσουλμάνους το αλβανόφωνο χριστιανικό στοιχείο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της μετακίνησής του από την περιοχή της Ηπείρου στην Ανατολική Θράκη.
Έπειτα, δίνει στοιχεία για  τους μουσουλμάνους Αλβανούς, σχετικά με τα προνόμια που αυτοί είχαν στην οθωμανική διοίκηση αλλά και στο ρόλο που διαδραμάτισαν κατά την αλβανική Αναγέννηση. Το οξύμωρο είναι ότι συναθροίζει αυθαίρετα τους μουσουλμάνους με τους ορθοδόξους αλβανόφωνους, ενώ, όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, τίποτα απολύτως δεν συνέδεε αυτές τις δύο ομάδες -η γλώσσα τότε δεν έπαιζε κανέναν ρόλο όσον αφορά τις πάσης φύσεως συνομαδώσεις.  Οι Τουρκαλβανοί ήταν –μαζί με τους λιποτάκτες του οθωμανικού στρατού- οι πιο επικίνδυνοι ληστές στη Θράκη και λυμαίνονταν την ευρύτερη περιοχή. Το 1779, η οθωμανική διοίκηση έστειλε τον καπουδάν Πασά Γαζή Χασάν για να επιβάλει την τάξη. Οι Τουρκαλβανοί απάντησαν με λεηλασίες χριστιανικών χωριών. Ο Ρώσος Πρόξενος στο Βελιγράδι που επισκέφτηκε εκείνη την εποχή την Αδριανούπολη εδιηγείτο σκηνές φρίκης. Στο ταξίδι του συνάντησε καμμένα χωριά και ρημαγμένες εκκλησίες. Οι χωρικοί ζητούσαν βοήθεια από τις τοπικές αρχές, που βρίσκονταν σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν την λαίλαπα των τουρκαλβανικών συμμοριών. Τον Μάρτιο του 1844, σώμα Τουρκαλβανών αποτελούμενο από 1.500 άτομα, πιεζόμενο από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του οθωμανικού στρατού, έφτασε στα πρόθυρα της Αδριανούπολης σπέρνοντας τον τρόμο στους κατοίκους της πόλης οι οποίοι δεν τολμούσαν να βγούνε έξω από αυτήν. Οι περισσότεροι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν Τόσκηδες από την Νότια Αλβανία, οργανωμένοι σε στρατιωτικά σώματα. Υπήρχαν και Γκέγκηδες από την Βόρεια Αλβανία, που συνήθιζαν κάθε χρόνο να φεύγουν από τα σπίτια τους για να ληστέψουν χωριά. Οι περισσότερες ληστοσυμμορίες λυμαίνονταν τη Βόρεια Θράκη και ιδιαίτερα τις επαρχίες Φιλιππουπόλεως και Παζαρτζικίου. Ο Πρόξενος Ι. Βαρότσης ανέφερε: «τριών ωρών δρόμον φοβείται τις να περιπατήση… εις Βελισσά εγύμνωσαν γυναίκες και τέκνα, ήρπασαν οι τρισκατάρατοι Αλβανοί. Την Βράβιαν επάτησαν, έκαυσαν και ελεηλάτησαν, ολίγον έλλειψεν να πιάσουν και τον πασάν, όστις ετάχυνε να κλεισθή εις το κάστρον».[5] Το 1862 η δραστηριότητα των συμμοριών εντείνεται και οι οθωμανικές αρχές τις αντιμετωπίζουν με νωθρότητα και απροθυμία, μιας και στο σύνολό τους έχουν ως θύματα τα χριστιανικά χωριά και φαίνεται να παρεμβαίνουν μόνο όταν η τάξη διασαλεύεται παντελώς και η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.[6]
Ο συγγραφέας συνεχίζει: «[…]οι Ορθόδοξοι Αλβανοί της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς κοινότητες, είτε χωριά είτε γειτονιές, και ήταν κυρίως απόγονοι μεταναστών από την περιοχή της Κορυτσάς. Με το πέρας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922, η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία περιείχε στους όρους της την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών».   Αφού προσπεράσουμε το λάθος ότι οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς -γλωσσικά προφανώς εννοεί ο συγγραφέας- κοινότητες (partly homogeneous communities), αφού ως γνωστόν τα αρβανιτοχώρια ήταν καθ’ολοκληρίαν αλβανόφωνα (πλην του Αμπαλάρ στο οποίο έμεναν λίγες γκαγκαβούζικες οικογένειες), ερχόμαστε στον ιδεολογικό πυρήνα του κειμένου: οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης, κατά τον συγγραφέα του κειμένου, αναγκάστηκαν να ανταλλαχθούν λόγω της ιδιαιτερότητας της συνθήκης της Λωζάνης, αν και «Αλβανοί» ή δυνάμει «Αλβανοί».  Η πραγματικότητα βέβαια είναι ότι οι Έλληνες της Θράκης (ελληνόφωνοι, αλβανόφωνοι και τουρκόφωνοι) εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη τον Οκτώβριο του 1922 (εννιά μήνες δηλαδή πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) μετά την υπογραφή της  ανακωχής των Μουδανιών σύμφωνα με την οποία η Ανατολική Θράκη έπρεπε να εκκενωθεί από τον ελληνικό στρατό και στη συνέχεια να αποδοθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις στην Τουρκία.  Η εν λόγω εκκένωση για τους χριστιανικούς πληθυσμούς ήταν εθελοντική και όχι υποχρεωτική, μόνο που όσοι επέλεγαν να παραμείνουν θα ήταν στο έλεος των Τούρκων.[7]
Η ανακωχή των Μουδανιών είχε ως κύριο θέμα συζήτησης την παράδοση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό στους συμμάχους και από αυτούς στον τουρκικό στρατό, γι’αυτό και οι συμμετέχουσες χώρες εκπροσωπούνταν σε επίπεδο στρατιωτικής και όχι πολιτικής ηγεσίας. Το πρόβλημα των  μειονοτήτων ήταν εκτός των θεμάτων των συνομιλιών της διάσκεψης των Μουδανιών.[8]
Στις ελληνικές αρχές μάλιστα υπήρχε ο προβληματισμός για το αν έπρεπε να επιτραπεί η εθελοντική αυτή μετανάστευση, με δεδομένα τα προβλήματα στέγασης και σίτισης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που θα προέκυπταν. Ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, Αρμοστής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, σε τηλεγράφημά του προς τον Βενιζέλο στις  3.10.1922 –κατά τη διάρκεια δηλαδή της εγκατάλειψης της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες, ανέφερε πως ο Αλ.Πάλλης εξέφραζε τη γνώμη πως οι ελληνικές αρχές της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να παρακινήσουν τον πληθυσμό να παραμείνει στην περιοχή.[9] Υπήρχε η σκέψη επίσης να ζητηθεί αρχικά από τους Τούρκους επίσημη δέσμευση για  καλή μεταχείριση των Ελλήνων που θα παρέμεναν στην Ανατολική Θράκη και έπειτα να ανασταλεί η μετανάστευση που εκείνη τη στιγμή ήταν σε εξέλιξη.[10]
Σχετικά δε με την ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η  συνθήκη της Λωζάνης,[11] εκεί η άγνοια του συγγραφέα είναι πλήρης:  «Η συνθήκη χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως δηλωτικό εθνικής ένταξης, αν και περιείχε πληθυσμούς χωρίς εθνική συνείδηση, ακόμη και Αλβανούς. Κατ’εφαρμογήν αυτής της συνθήκης οι μουσουλμάνοι της Ελλάδος ανταλλάχθηκαν με τους χριστιανούς της Τουρκίας, με την εξαίρεση των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και των Χριστιανών της Κωνσταντινούπολης». Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας αναλύοντας επιδερμικά το κείμενο της εν λόγω συνθήκης  περιέρχεται στο ίδιο ιδεολογικό αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όσοι προσπαθούν να αποσυνδέσουν πλήρως την ρωμαίικη ταυτότητα από την αντίστοιχη ελληνική εθνική, στο πλαίσιο είτε ενός ιδεολογηματικού διεθνισμού είτε ενός ιδεοληπτικού εθνικισμού, χρησιμοποιώντας απλοϊκές συνεπαγωγές ή αυθαίρετα πορίσματα του τύπου «αφού η ανταλλαγή έγινε με βάση τη θρησκεία, άρα  οι ανταλλαχθέντες δεν είχαν εθνική συνείδηση». Στο ίδιο ιδεολογηματικό μήκος κύματος κινείται και η -επίσης ανυπόγραφη- έκθεση του «Ελληνικού Παρατηρητηρίου των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων». Εκτός του ότι ο συντάκτης της εν λόγω εκθέσεως γνωρίζει ελάχιστα πράγματα για τους Αρβανίτες, προσπαθεί μέσα από ιδεολογικές ακροβασίες να παρουσιάσει τα αρβανίτικα ως μειονοτική γλώσσα. Το ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τους Αρβανίτες της Θράκης το αποδίδει στο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και έτσι αναπαράγει άκριτα τα όσα ανιστόρητα αναγράφονται πιο πάνω από τον ανώνυμο συντάκτη της Wikipedia, ενώ  επιπρόσθετα  αγνοεί ακόμη και την γεωγραφική διασπορά των Αρβανιτών το 1922 στην Ελλάδα. Τέλος, αρνούμενος το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης -βασικότατο δικαίωμα των μειονοτήτων  που υποτίθεται ότι προστατεύει ο εν λόγω φορέας- τους θεωρεί Αλβανούς: 
«Πολύ λίγα είναι γνωστά για την αλβανική παρουσία στη Θράκη η οποία πιθανόν προέρχεται από κάποια από τις μετακινήσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Υπήρχαν πολλοί Αλβανοί στην Ανατολική Θράκη και στον νομό Έβρου της γειτονικής Δυτικής Θράκης. Οι της Ανατολικής Θράκης, ως χριστιανοί, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής ανταλλαγής Χριστιανών και Μουσουλμάνων μεταξύ της σημερινής Τουρκίας και της Ελάδος τη δεκαετία του 1920. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στον νομό Θεσσαλονίκης».[12] Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, η μόνη περίπτωση να δικαιολογηθεί η εγκατάσταση των Αρβανιτών στη Δυτική Θράκη και όχι στην Αλβανία είναι να έχει πραγματοποιηθεί  υποχρεωτικά. Γι’ αυτό το λόγο,  το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι, όπως και ο συγγραφέας του κειμένου της Wikipedia, εκεί ακριβώς ποντάρουν: να παρουσιάσουν τη  μετανάστευση των Αρβανιτών της Θράκης ως υποχρεωτική. Η ιστορική πραγματικότητα βέβαια τους διαψεύδει πανηγυρικά διότι οι Αρβανίτες πέρασαν από την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα εθελοντικά, πολύ πριν αποφασισθεί η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Όσον αφορά την  ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτή όντως πραγματοποιήθηκε με βάση τη θρησκεία και όχι την εθνική συνείδηση ή τη γλώσσα.[13] Το Άρθρο 1 της «Συμβάσεως περί της ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», που υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923, αναφέρει: «Από της 1ης Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών». Η αλυτρωτική πολιτική της Αλβανίας επικεντρώθηκε στην αλβανόφωνη μουσουλμανική μειονότητα των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας. Συνεπικουρούμενη από την Ιταλία επιχειρούσε εξ αρχής να προσεταιριστεί τους αλβανόφωνους μουσουλμάνους της Τσαμουριάς και να πετύχει (όπως τελικά πέτυχε) να εξαιρεθούν από την ανταλλαγή ως εθνικά Αλβανοί.[14] Τελικά, τον Φεβρουάριο του 1926, ο δικτάτορας στρατηγός Πάγκαλος επιβεβαίωσε την ισχύ της εξαίρεσης, αν και 3.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι είχαν ήδη μεταφερθεί στην Τουρκία.[15] Επίσης, εξαιρέθηκαν και περίπου 2.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι οι οποίοι «κατάφεραν (κυρίως στη Μακεδονία) να χαρακτηριστούν «αλβανικής καταγωγής» με πιστοποιητικά των μουφτειών ή των αλβανικών αρχών, και οι οποίοι τέθηκαν υπό τις διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών περί μειονοτήτων στην Ελλάδα».[16] Φυσικά, κάτι τέτοιο ουδέποτε ζήτησαν οι αλβανόφωνοι χριστιανοί Έλληνες και εξ αυτού αποδεικνύεται για άλλη μια φορά η πολύ ισχυρή συνάφεια της προνεωτερικής παραδοσιακής ελληνορθόδοξης ταυτότητας με την αντίστοιχη ελληνική εθνική που προέκυψε κατά τον 19ο αιώνα.
Η ανταλλαγή ωστόσο δεν έγινε εξ ολοκλήρου με βάση τη θρησκευτική πίστη, καθώς υπήρξαν εξαιρέσεις που κατέδειξαν τη δυσκολία της ανταλλαγής με βάση μόνο τη θρησκεία: «[…] στην Τουρκία οι εξαιρέσεις που υιοθετήθηκαν από την Μεικτή Επιτροπή υποδηλώνουν ότι το εθνικό κριτήριο υπολανθάνει του θρησκευτικού. Με το κριτήριο της  μη εθνικής συνάφειας ως προς τη χώρα νέας εγκατάστασης εξαιρέθηκαν τελικά οι ελληνορθόδοξοι Άραβες της Κιλικίας, ύστερα από τη μεσολάβηση της Γαλλίας και τις διαμαρτυρίες του πατριάρχη Αντιόχειας Γρηγορίου του Δ’ καθώς και άλλες ομάδες ορθοδόξων της Τουρκίας (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι) οι οποίοι θεωρήθηκε ότι δεν είχαν εθνικούς δεσμούς με την Ελλάδα και οι οποίοι υπάγονταν στην αρμοδιότητα των Πατριαρχείων των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας ή των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών της Κύπρου, του Όρους Σινά, της Σερβίας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Ειδικά εξετάστηκαν από τη Μεικτή Επιτροπή περιπτώσεις Αλβανών ορθοδόξων, οι οποίοι τελικά εξαιρέθηκαν, αν και υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως μη ανήκοντες στην ελληνική μειονότητα της Τουρκίας, αλλά και ως αντιστάθμισμα στην εξαίρεση των Αλβανών μουσουλμάνων της Ελλάδας.[17] Αντίστροφα, το εθνικό κριτήριο κατίσχυσε υπέρ της Ανταλλαγής στην περίπτωση ορισμένων Ελλήνων ευαγγελικών και καθολικών, οι οποίοι τελικά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν».[18] Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης, αν ένιωθαν Αλβανοί, είχαν αρχικά την επιλογή να μην μεταναστεύσουν στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1922. Άλλωστε, κατά την έξοδο του ελληνικού στοιχείου από την Ανατολική Θράκη, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν ήταν υποχρεωτική αλλά εθελοντική, κάποιοι Έλληνες (άγνωστο γιατί) παρέμειναν και δεν μετανάστευσαν: «Έλλην κατορθώσας ν’αναχωρήση εκ Σαράντα Εκκλησιών και αφιχθείς ενταύθα ανέφερεν [ότι] […] η προς τους παραμείναντας Έλληνας συμπεριφορά των αρχών δεν τυγχάνει κακή».[19] Οι ελάχιστοι χριστιανοί που παρέμειναν στην Ανατολική Θράκη αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις κάποιων Γκαγκαβούζηδων[20] και των Σαρακατσάνων της Λευκίμης Έβρου: οι 250 περίπου Σαρακατσάνοι (228 στην απογραφή του 1961) της Λευκίμης Έβρου πήγαν εκεί «δυνάμει αριθ.7 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικού πληθυσμού ως ανταλλάξιμος εκ Τουρκίας» όπως σημειώνεται στη στήλη του δημοτολογίου ο τρόπος κτήσεως ελληνικής ιθαγενείας.[21]  Επίσης, πριν τη μετανάστευση του 1922, οι Αρβανίτες της Θράκης είχαν εκπατριστεί πολλές φορές εξαιτίας της πίεσης και των διωγμών της οθωμανικής κυβέρνησης. Πάντοτε όμως κατέφευγαν στην Ελλάδα και κανείς τους δεν πήγε ούτε ζήτησε να μεταβεί στην Αλβανία η οποία στις αρχές του 1913 άρχισε να υφίσταται ως κράτος. Το περιεχόμενο των δύο επιστολών των Ζαλουφιωτών προς την ελληνική κυβέρνηση που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο βρίθει από αναφορές για την μητέρα-Ελλάδα και όλες οι ενέργειες των εκπατρισμένων Αρβανιτών απευθύνονταν προς τις ελληνικές αρχές και τις μητροπόλεις του Πατριαρχείου.[22]
Αφού  παρέμεναν οι Αρβανίτες στην Ανατολική Θράκη, στη συνέχεια θα μπορούσαν είτε να εξαιρεθούν της ανταλλαγής και να παραμείνουν στην Τουρκία ως εθνικά Αλβανοί, πράγμα που όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο έπραξαν αρκετοί αλβανόφωνοι ορθόδοξοι της Τουρκίας –διαβιούντες κυρίως στην Κωνσταντινούπολη- που αυτοπροσδιορίζονταν ως Αλβανοί και ήταν μέλη της νεοδιακηρυχθείσης αυτοκεφάλου ορθόδοξης αλβανικής εκκλησίας, είτε  κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών να ζητήσουν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και όχι στην Ελλάδα: «Σε πολλές περιπτώσεις οι υπό ανταλλαγή πληθυσμοί και στις δύο πλευρές αντέδρασαν στην είδηση του υποχρεωτικού ξεριζωμού. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, πολλοί μουσουλμάνοι προύχοντες διαμαρτυρήθηκαν για την υποχρεωτικότητα της Ανταλλαγής και ζήτησαν να παραμείνουν στον τόπο τους ή τουλάχιστον να τους διατεθεί ικανός χρόνος για να μπορέσουν να πουλήσουν την περιουσία τους σε δίκαιη τιμή. […] Αντίστοιχα στην Τουρκία μεγάλο τμήμα των ελληνορθόδοξων της Καππαδοκίας αντέδρασε στη διαταγή να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για μιαν άγνωστη πατρίδα».[23] Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, εκτός από τις εξαιρέσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης της Ίμβρου και της Τενέδου και των μουσουλμάνων της Θράκης, υπήρξαν και άλλες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις όπου Έλληνες και Τούρκοι ζήτησαν και άλλες εξαιρέσεις: «[…] η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε αρχικά, χωρίς αποτέλεσμα, την εξαίρεση των μουσουλμάνων Τσιγγάνων της Μακεδονίας. Επίσης, κατά τη φάση της εφαρμογής της Σύμβασης πολλές προσπάθειες για εξαίρεση έπεσαν στο κενό, όπως για παράδειγμα η πρόταση να εξαιρεθούν οι μουσουλμάνοι καπνοκαλλιεργητές του νομού Δράμας με κριτήριο την οικονομική τους χρησιμότητα στην Ελλάδα. Από τους πολυάριθμους μουσουλμάνους οι οποίοι επικαλέστηκαν ότι είχαν προσφέρει «υψηλές υπηρεσίες στον Ελληνισμό», μόνο λίγοι κατόρθωσαν να αποφύγουν την Ανταλλαγή: «έμπιστος του Βενιζέλου», «μυστικός πράκτορας», «προστάτευσε χριστιανούς», «εξήρε το μίσος ομοθρήσκων του», «πολέμησε στη Μ.Ασία εναντίον των Τούρκων», «φιλέλλην ο οποίος κινδυνεύει στην Τουρκία», «απαραίτητος για ανασκαφές στην Κρήτη», αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο αιτιολόγησε ως εξαιρετικές και τις οποίες ενέκρινε. Ωστόσο, η σημαντικότερη εξωσυμβατική εξαίρεση αφορά τους πολυπληθείς αλβανόφωνους μουσουλμάνους. Ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις, η Μεικτή Επιτροπή αποφάσισε στις 14 Μαρτίου 1924 να εξαιρέσει και τους μουσουλμάνους αλβανικής καταγωγής της Ελλάδας σύμφωνα με σχετική πρόταση της Αλβανίας και της Ελλάδας. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος Riza Nur μπέης επίσης αναγνώρισε ότι οι Αλβανοί έπρεπε να εξαιρεθούν από την Ανταλλαγή και απέσυρε την πρόταση για ανταλλαγή «Ελλήνων πολιτών τουρκομουσουλμανικής θρησκείας». Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Κακλαμάνος είχε ήδη δηλώσει ότι οι μουσουλμάνοι της Ηπείρου θα έπρεπε να εξαιρεθούν, καθώς «αν και είναι ομόθρησκοι με τους Τούρκους δεν είναι με κανέναν τρόπο ομοεθνείς».[24]
Κατά τις διαπραγματεύσεις της  ανταλλαγής, ουδέποτε ετέθη θέμα «Αλβανών» για τους Αρβανίτες της Θράκης, ούτε από την Τουρκία, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Αλβανία, ούτε φυσικά από τους ίδιους τους Αρβανίτες. Έτσι, αποδεικνύεται το άτοπο των φανταστικών θεωριών του αλβανικού εθνικισμού και η πλήρης αντιδιαστολή αυτών των  θέσεων με την ιστορική πραγματικότητα. Οι Αρβανίτες ουδέποτε θεωρήθηκαν ως εθνική ή άλλου είδους μειονότητα και καμία διεθνής ή διμερής συνθήκη, από καταβολής του ελληνικού κράτους, δεν τους θεώρησε ως κάτι διαφορετικό από τον ελληνισμό.[25]
Στη  συνέχεια του κειμένου της wikipedia γίνεται αναφορά στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης και προσπάθεια να αποδοθεί σε αυτόν αναδρομικά εθνικό περιεχόμενο: «Είναι γνωστοί ως Αρβανίτες, ένα όνομα που χαρακτηρίζει όλους τους αλβανικής καταγωγής πληθυσμούς της Ελλάδος, αλλά αυτό πρωτίστως αφορά τη νότια ομάδα των Arbërëshe. Οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης και της Μακεδονίας χρησιμοποιούν τον κοινό [σ.σ. με τους Αλβανούς] αυτοπροσδιορισμό, Σκιπτάρ». Εδώ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τεχνηέντως τον όρο «Σκιπτάρ» για να αποδώσει εθνικότητα στους Αρβανίτες της Θράκης. Τα ίδια  γράφει και η έκθεση του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι: «Όσον αφορά τους Αρβανίτες της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, αυτοί θεωρούνται ότι είναι τμήμα του σύγχρονου αλβανικού έθνους, κάτι το οποίο εξηγεί τον αυτοπροσδιορισμό τους ως Shqiptars και όχι ως Arberor».[26]  Οι αλβανόφωνοι χριστιανοί της Ηπείρου όταν έφυγαν από το Βιθκούκι και τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τους -υποτίθεται- συμπατριώτες τους Τουρκαλβανούς, ήρθαν στη Θράκη ως μέλη του «ρωμαϊκού» γένους, ως χριστιανοί ορθόδοξοι και μέτοχοι της ελληνορθόδοξης θρησκευτικής παράδοσης και παιδείας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους ως «Σκιπτάρ» δεν είχε ποτέ εθνικό πρόσημο παρά μόνο γεωγραφικό ή γλωσσικό και γι’αυτό  τον διατηρούν ως σήμερα -«Ουν γιαμ σκιπτάρ» λένε ακόμη και σήμερα οι Αρβανίτες στη Θράκη, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι έχουν αλβανική εθνική συνείδηση. Έτσι, είναι άστοχη και αυθαίρετη η εθνική ένταξη των Αρβανιτών της Θράκης στο αλβανικό έθνος,  λόγω της χρήσης εξ αυτών ενός όρου που όταν υιοθετήθηκε δεν έφερε «εθνικό» φορτίο. Είναι σαν να λέμε ότι οι χριστιανοί  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν Ρωμαίοι (δηλαδή με λατινική καταγωγή) επειδή οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» ή σαν να λέμε ότι οι σημερινοί «Έλληνες» είναι παγανιστές ή δωδεκαθεϊστές επειδή έτσι  χαρακτηρίζονταν επί πολλούς αιώνες από τους βυζαντινούς. Η χρήση του όρου «Σκιπτάρ» θα πρέπει να ιδωθεί και να ερμηνευτεί με βάση τα δεδομένα της εποχής διότι δημιουργεί σύγχυση και οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα: «Διαφωτιστική είναι η ανάλυση του ζητήματος από τον απεσταλμένο της  ελληνικής κυβέρνησης στο Αργυρόκαστρο Ν.Σίνη σε ανέκδοτη έκθεση της 18-11-1908:  «Προ ετών, και σήμερον έτι, ο αλβανόφωνος Χριστιανός, λέγων «είμαι Αλβανός» έλεγε και λέγει τούτο απλώς και μόνον ένεκα της μητρικής του γλώσσης… Σήμερον εν τούτοις το πράγμα διαφέρει… Αι αλβανικαί ιδέαι, γενικευόμεναι παρά τοις Αλβανοίς, στραφείσαι δ’εν τοις διαμερίσμασι τούτοις προς κατάστασιν πραγμάτων και πνευμάτων οξυτάτου φανατισμού και σύστημα σκέψεων αυτόχρημα μισελληνικόν […] ο πρώην ελληνικώτατος Αλβανόφωνος δέον να λέγη μόνον ότι είναι Έλλην, ή, αν τω ζητηθή η ιδιαιτέρα πατρίς, ότι είναι Ηπειρώτης».[27]
Οι κάθε λογής αυτοπροσδιορισμοί θα πρέπει να εντάσσονται και να αναλύονται με βάση τα ιστορικά συμφραζόμενά τους και πάντοτε η θεώρησή τους πρέπει να γίνεται οριζόντια και όχι με αυθαίρετους κάθετους αναδρομικούς προβολισμούς και με κριτήρια μεταγενέστερων εποχών. Στο σημείο αυτό, οι συντάκτες της Wikipedia και του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, ή δεν γνωρίζουν ιστορία και έτσι κινούνται σε ένα πλαίσιο ευσεβών πόθων και τηλεκατευθυνόμενων συμπερασμάτων, ή γνωρίζουν ιστορία και την παραποιούν εσκεμμένα, αρνούμενοι να δεχτούν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των υπό εξέταση κοινοτήτων- το δε Παρατηρητήριο του Ελσίνκι είναι υποτίθεται προστάτης των μειονοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο εκφυλίζονται σε φερέφωνα ενός ακραίου εθνικισμού που προσιδιάζει στις θεωρίες του Soury, του Fichte και του ναζισμού.[28] Σχετικά με τις αυτοπροσδιοριστικές τάσεις εν σχέσει με τη γλώσσα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποιες περιπτώσεις  που ανέκυψαν μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και λύθηκαν από τη διεθνή κοινότητα μέσω δημοψηφισμάτων. Λόγω της μακραίωνης ύπαρξης των αυτοκρατοριών οι οποίες αποτελούσαν ένα μωσαϊκό γλωσσικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συσσωματώσεων χωρίς αυτές οι ομαδώσεις να διαχωρίζονται εδαφικά, τα προβλήματα που προέκυψαν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών ήταν τεράστια, ειδικά όσον αφορά το θέμα των πάσης φύσεως μειονοτήτων οι οποίες εγκλωβίστηκαν εδαφικά μέσα στα κράτη που δημιουργήθηκαν και εξαιτίας αυτών έγιναν πόλεμοι απίστευτης αγριότητας.
Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την (ανα)διανομή των εδαφών των πρώην αυτοκρατοριών, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι μειονότητες εκλήθησαν μέσω δημοψηφισμάτων να επιλέξουν αν επιθυμούσαν να ενωθούν με τη χώρα στην οποία επιδικάστηκε η περιοχή τους ή με την  ομόγλωσση γειτονική. Τα αποτελέσματα αυτών των δημοψηφισμάτων ίσως σήμερα να ακούγονται παράδοξα, όμως, αν συνεκτιμηθούν οι τότε περιστάσεις και ιδιαιτερότητες, είναι φυσιολογικά. Μέσα από  αυτά τα δημοψηφίσματα, και εν μέσω ισχυρής προπαγάνδας των αντιδίκων κρατών προς τους διεκδικούμενους αγροτικούς πληθυσμούς, οι σλαβόφωνοι της Ανατολικής Πρωσίας ψήφισαν ένωση με την Πρωσία/Γερμανία  και όχι με την ομόγλωσση Πολωνία,[29] οι σλοβενόφωνοι της Καρινθίας επέλεξαν να ενωθούν με την Αυστρία και όχι με το «Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων» [30] και οι  γερμανόφωνοι της πόλης Σόπρον ψήφισαν ένωση με την Ουγγαρία και όχι με τη γειτονική Αυστρία.[31]
Όσον αφορά δε τον ετεροπροσδιορισμό των Αρβανιτών, η ελληνικότητά τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και από κανέναν στην Ελλάδα. Αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί, τότε απλά η Ελλάδα θα τους είχε απομακρύνει -για λόγους εθνικής ασφαλείας-  από τα ελληνοτουρκικά σύνορα (όπου ζούνε πολλοί από αυτούς ακόμη και σήμερα) της Δυτικής Θράκης, όπως είχε κάνει κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) με τους Βούλγαρους[32] και μετά το 1922 με τους μουσουλμάνους του Έβρου: «Στη δεκαετία 1922-1932 αυθαιρεσίες και στις δύο πλευρές ώθησαν σε μετανάστευση πολλούς τύποις εξαιρεθέντες. Η έκταση της εξαίρεσης περιορίστηκε, με την άσκηση έμμεσης ή άμεσης βίας, άτυπα και στις δύο χώρες. Οι μουσουλμάνοι του σημερινού Έβρου, οι οποίοι παρέμειναν ή μετανάστευσαν εκ νέου πίσω στα χωριά τους ύστερα από τη βουλγαροτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1913, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και πάλι στην αντίπερα όχθη του ποταμού (δηλ. στην Τουρκία) για λόγους «εθνικής ασφάλειας» της Ελλάδας.[33] Παρόμοια, η Τουρκία απέλασε χιλιάδες Ρωμιούς από την Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1926-1928, πριν οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο του όρου «établis».[34] «Οι παραβιάσεις ξεκίνησαν ήδη με την εφαρμογή της Σύμβασης. […] και η Τουρκία και η Ελλάδα κατέβαλαν προσπάθειες να εκτοπίσουν τους établis που αποτελούσαν πλειοψηφία σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές. Η Ελλάδα τους εκδίωξε αμέσως από το τμήμα στα σύνορά της με την Τουρκία (στον Έβρο) και η Τουρκία από την Ίμβρο και την Τένεδο λίγα χρόνια αργότερα. Στην Ελλάδα […] η περιοχή του Έβρου εκκενώθηκε από τους Μουσουλμάνους-Τούρκους και εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες Ρωμιοί[…]».[35]

Πηγή: Δημήτρης Δαλάτσης, Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης (υπό έκδοση), σσ.548-58.


[1] Όψιμες αλυτρωτικές διεκδικήσεις του επίσημου αλβανικού κράτους συναντά κανείς το 1994, όπου «Ο Αλβανός Υπουργός Εξωτερικών απαντά στις αιτιάσεις της τότε Δ.Α.Σ.Ε. [Διάσκεψη για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη] για την ελληνική μειονότητα –εκτός των άλλων- και με την κατάσταση των εναπομείναντων Τσάμηδων («those who could remain»), Αλβανών που μένουν σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα και των Αρβανιτών (της Νότιας Ελλάδας), όπου σε όλους αυτούς όχι μόνο τους αρνείται η Ελλάδα την παρουσία, αλλά και την επιβεβαίωση (affirmation) της εθνικής τους ταυτότητας» (CSCE, Secretariat, Department for Conference Services, CSCE Communication No.35, Vienna, 14 November 1994. Letter of the CSCE High Commissioner on National Minorities to the Acting Minister for Foreign Affairs of the Republic of Albania (His Excellency Mr Arian Starova) (The Hague, 2 Nov.1994) και η απάντηση του δεύτερου στον Max van der Stoel. Παρατίθεται στο Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας: μια προσπάθεια προσέγγισης σε μια μεταβατική κοινωνία, στο Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2003, σσ.60-1).
[2] Το πρωτότυπο κείμενο έχει ως εξής: «Albanian-speakers form a linguistic minority in Greek Macedonia and Western Thrace along the border with Turkey. They speak the Northern Tosk subbranch of Tosk Albanian and are descendants of the Albanian population of Eastern Thrace who migrated during the Population exchange between Greece and Turkey in the 1920s. They are known in Greece as Arvanites, a name applied to all groups of Albanian origin in Greece, but which primarily refers to the southern dialectological group of Arbëreshë. The Albanian-speakers of Western Thrace and Macedonia use the common Albanian self-appellation, Shqiptar.History: During the Ottoman Empire, Albanian communities migrated towards today's European Turkey (Eastern Thrace), especially near Istanbul. Many Muslim Albanians achieved high office in Ottoman society and many of them, most notably the Köprülü family, became Grand Viziers of the Empire. The majority of the Albanian emigration came from Northern Kosovo and the Korça region of Albania. Descendants of this immigrants would later play an important role in the National Renaissance of Albania. The number of Albanians that resided in the region is unknown, as statistical data of the Ottoman Empire were based on religious identification (millets). Thus, the Orthodox Albanians were part of the Rûm millet, while Muslims were categorised alongside Turks. Among this population, Orthodox Albanians in Eastern Thrace resided in partly homogeneous communities, either villages or neighborhoods,and were mainly descendants of immigrants from the Korça region. At the conclusion of the Greco-Turkish War of 1919–1922, Greece and Turkey signed the Treaty of Lausanne, which included a population exchange between the two countries. The treaty used religion as the indicator of national affiliation, thus including populations without ethnic provisions, even Albanians, in the population exchange. Under this treaty the Muslims of Greece were exchanged with the Christians of Turkey, with an exception of the Muslims of Western Thrace and the Christians of Istanbul. Under this provision, the Albanian Orthodox community of Eastern Thrace, was re-accommodated in Western Thrace, where they settled mainly in new and ethnically homogeneous villages built in order to receive the refugees. Today, this population lives in the same villages, but a part emigrated to bigger towns such as Thessaloniki and Athens, making the Albanian language less used. The direct descendants of the prominent Albanian writer and politician, Fan Noli, who was born in Eastern Thrace, today live in the Greek part of the region» (πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/ Albanian-speakers_of_Western_Thrace ).
[3] «Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου του «ανταλλάξιμος» είναι σαφώς διαφορετικό από το ευρύτερο του «πρόσφυγα» ή του διπλωματικού όρου «μετανάστης» της Συνθήκης της Λοζάνης, και συνεπώς απαιτεί διαφορετικό χειρισμό στην πραγμάτευσή του. […] «Πρόσφυγας» ήταν αυτός που έφτασε στην Ελλάδα αμέσως μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την καταστροφή της Σμύρνης, το Σεπτέμβριο του 1922. «Ανταλλάξιμος»/μουατζίρης και «ματζίρης» ήταν αυτός που διετάχθη από το γράμμα της Συνθήκης της Λοζάνης να «μεταναστεύσει» και αναχώρησε οργανωμένα υπό την εποπτεία της Διεθνούς Μεικτής Επιτροπής από τον Οκτώβριο του 1923 ως το 1925» (Ευαγγελία Μπαλτά, Ιστορία και ιστοριογραφία για τους ανταλλάξιμους, στο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης (επιμ.), Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, Πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2006, σσ.98-9).
[4] Πολλοί Αλβανοί λόγιοι και πολιτικοί είχαν άγνοια σχετικά με την διασπορά των αλβανοφώνων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και στα «ρευστά» χρόνια όπου θα μπορούσε το αλβανικό κράτος να διεκδικήσει αυτούς τους πληθυσμούς. Όσον αφορά τη Θράκη, ο Constantin Chekrezi έγραφε στα 1919: «Στη Θράκη και στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης υπάρχει ένας αριθμός τυπικών αλβανικών χωριών τα οποία είναι διάσπαρτα στην περιοχή και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους» (Constantine Chekrezi, Albania, past and present, New York, 1919, σ.210. Σε άλλο σημείο, ο Chekrezi, αναφέρει ότι το Ιμπρίκ Τεπέ/Κιουτέζα είναι «αλβανική αποικιακή εγκατάσταση» (ό.π., σ.229)).
[5] Α.Υ.Ε. Φ.37/13/28/20.4.1844. Παρατίθεται στο Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, Αθήνα 1976, σ.218.
[6] Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, ό.π., σσ.217-20. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί για τους Τουρκαλβανούς τον όρο «Αρβανίτες». Ο όρος αυτός άλλοτε σήμαινε τους χριστιανούς και άλλοτε τους μουσουλμάνους αλβανόφωνους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εκ των υστέρων αρκετά προβλήματα στην κατανόηση πολλών κειμένων του 19ου αιώνα.
[7] «Κατόπιν συνεννοήσεως μετά Στρατιάς εκανονίσθη ως εξής τρόπος αποχωρήσεως επιθυμούντων τούτο εκ χριστιανικών πληθυσμών Ανατ.Θράκης, οίτινες παρά πάσαν οδηγίαν ήρξαντο πανικόβλητοι αναχωρούντες» (Αναφορά του Γενικού Διοικητή Θράκης Γ.Κατεχάκη προς το Υπουργείο Περιθάλψεως και προς τον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου, Γεραγάς, ό.π., σ.160). Τον εθελοντικό χαρακτήρα της μετανάστευσης τόνιζε και το Υπουργείο Στρατιωτικών σε επικοινωνία του με τη Διοίκηση Στρατιάς Θράκης: «Κατόπιν 16297 κρυπτογρ. τηλεγραφικής καίτοι πεπεισμένος περί λήψεως σχετικών μέτρων υφ’υμών επί κάτωθι ζητημάτων, παρακαλώ ενταθώσι προσπάθειαι: 1) Επιτευχθή η εξ Ανατολικής Θράκης αποχώρησις των επιθυμούντων ομογενών αποκομιζόντων κινητή περιουσία των[…]»(Υπουργείο Στρατιωτικών, Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙΙ /τμ.β’,  Αρ.Πρωτ.16302/7.10.1922. Α.Υ.Ε. 1923, Φ.93/υποφ.4/τμ.2. Αρ.Πρωτ.11089/11.10.1922). Ο Βενιζέλος σε τηλεγράφημά του έγραφε λίγο πριν την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης: «Νομίζω ότι Κυβέρνησις θα διέπραττεν έγκλημα αν απέτρεπε πληθυσμούς Ανατολικής Θράκης θέλοντας να μεταναστεύσωσι. Βεβαίως εάν ήτο δυνατόν να ασφαλισθή ζωή και περιουσία αυτών μέχρι της συνομολογήσεως ειρήνης θα ευρισκώμεθα εις καλυτέραν θέσιν όπως διαπραγματευθώμεν ανταλλαγήν πληθυσμών κατά συνομολόγησιν. Αλλά είνε απολύτως βέβαιον ότι αιρομένου μετά τριάκοντα ημέρας παντός συμμαχικού ελέγχου επί Τουρκικής διοικήσεως Θράκης, Τούρκοι θα διαρπάσωσι κινητάς περιουσίας ομογενών και θα εκδιώξωσιν αυτούς γυμνητεύοντας και αθλίους. Ενθυμηθείτε τι έγινεν εις παραμονάς μεγάλου πολέμου. Τούτο σήμερον θα επαναληφθή με μείζονα αγριότητα ως εκ της περιφρονήσεως ην Τούρκοι τρέφουσι προς τας Μεγάλας Δυνάμεις. Δια τούτο είνε ανάγκη διευκολύνωμεν διά παντός τρόπου ομογενείς να απέλθωσιν αποκομίζοντες κινητήν περιουσίαν των πριν ή απέλθη στρατός.[…] Μη πλανάσθε. Ανατολική Θράκη εχάθη οριστικώς διά Ελληνισμόν[…]» (Ελληνική Πρεσβεία Λονδίνου, Αρ.Πρωτ.3417/3-16.10.1922. Α.Υ.Ε. 1922, Φ.8/υποφ.4. Αρ.Πρωτ.10673/4.10.1922).
[8] Σταύρος Γιωλτζόγλου, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930). Θεσσαλονίκη: Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ. 2006, σσ.84,96, 101-2. Κώστας Γεραγάς,  Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922, Αθήνα, 1925, σ.161. «Την 28 Αυγούστου υπεγράφη μεταξύ των συμμάχων Δυνάμεων και της κυβερνήσεως της Αγκύρας πρωτόκολλον, καθ’ ό η Ανατολική Θράκη μετά της Αδριανουπόλεως απεδίδοντο εις την κυβέρνησιν της Αγκύρας υπό τους εξής όρους: α) να καθορισθή η γραμμή πέρα της οποίας αι εν Θράκη ελληνικαί δυνάμεις θα κληθώσιν όπως αποσυρθώσι. β) να καθορισθή ο τρόπος της εκκενώσεως υπό των ελληνικών στρατευμάτων και της ελληνικής διοικήσεως και ο τρόπος της εγκαταστάσεως των υπαλλήλων και της χωροφυλακής της μεγάλης τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως εις τα εδάφη ταύτα. γ) να εξασφαλισθή ο έλεγχος της περιφερείας ταύτης, κατά την μεταβατικήν περίοδον, προς τον σκοπόν της διατηρήσεως της τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας» (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930 (προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου), ό.π., τόμ. έκτος, μέρος β’, Αθήνα 1932, σ.330).
[9] Ο Πάλλης πρότεινε το εξής: «Υποβάλλω ευλαβώς γνώμην ότι πληρεξούσιοι και υπάλληλοι Θράκης δέον να παρακινήσωσι πληθυσμόν παραμείνη διότι παρ’ενδεχομένους κινδύνους παραμένοντες έχουσι στέγην και τροφήν εξησφαλισμένην ενώ εν Ελλάδι όπως γνωρίζετε κατάστασις προσφύγων απελπιστική» (Τηλεγράφημα Χ.Σιμόπουλου προς Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ. 4909/Κωνσταντινούπολη 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/6. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο: http://www.venizelosarchives.gr).
[10] Σε τηλεγράφημά του προς τον Ελ.Βενιζέλο, ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Κροκιδά, ανέφερε: «Εξ άλλου παραμονή ελληνικών πληθυσμών εν τη Ανατολική Θράκη υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν εκθέτει αυτούς εις προσεχές ή απώτερον μέλλον εις διωγμούς και πιέσεις αποσκοπούσας εις συστηματικήν και εσκεμμένην εξόντωσιν εκτός αν ήθελον παρασχεθή σοβαραί εγγυήσεις και εφαρμοσθή πράγματι μέτρα προς προστασίαν αυτών. Αν υπάρχη τοιαύτη ελπίς προτιμώτερον θα ήτο συστηθή εις τους πληθυσμούς να αναστείλωσιν ή να μη επισπεύσωσι την αθρόαν έξοδον περιοριζόμενοι εις αποχώρησιν των μάλλον εκτεθέντων αν μάλιστα επετυγχάνετο όπως παραταθή μέχρι της συνάψεως τελικής ειρήνης[…]» (Τηλεγράφημα Ε.Κανελλόπουλου προς τον Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ.65/Αθήνα 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/7. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο: http://www.venizelosarchives.gr)
[11] Το «Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας» το οποίο υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923,  στη συνέχεια κατέστη μέρος της Συνθήκης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου του ίδιου έτους δυνάμει του άρθρου 142 της τελευταίας.
[12] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων (Greek Helsinki Monitor- Minority Rights Group-Greece), The Arvanites, General data on the language. www.greekhelsinki.gr.
[13] Εύστοχα θέτει o Bruce Clark το ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο θα εκινείτο ο τουρκικός και ελληνικός εθνικισμός μετά την ανταλλαγή: «Ήταν πολύ πιο εφικτό να δημιουργηθεί μία νέα, πολιτιστικά και εθνικά ενιαία κοινότητα –μια κοινότητα Ελλήνων πολιτών ας πούμε, ή Τούρκων πολιτών- αν η «πρώτη ύλη» της κάθε μιας ήταν ομόθρησκη. Με άλλα λόγια, προκειμένου να δημιουργηθούν κράτη στα οποία ο ρόλος της θρησκείας ως ρυθμιστικού παράγοντα θα ήταν λιγότερο σημαντικός, έπρεπε πρώτα να συγκεντρωθούν όσοι είχαν κοινή πίστη –και να απομακρυνθούν όσοι δεν είχαν» (Bruce Clark, Δύο φορές ξένος, Αθήνα 2007, σ.35).
[14] Στις οδηγίες που έστειλε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 25.10.1923 στις υποεπιτροπές που είχαν συσταθεί προς εξακρίβωση της αλβανικής ή μη καταγωγής των Τσάμηδων δινόταν ο ορισμός των εξαιρεθέντων της ανταλλαγής: «Θεωρούνται αλβανικής καταγωγής και εξαιρετέοι οι κατοικούντες εν Ελλάδι μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι που δεν έχουν τουρκική συνείδησιν και οι οποίοι εγεννήθησαν είτε εις την σημερινήν Αλβανίαν, είτε εις την Ελλάδαν εκ πατρός γεννηθέντος εις την σημερινήν Αλβανίαν» (Α.Υ.Ε. 1923, ΚτΕ/ΑΠ 17,18, α.π. 31475. Παρατίθεται στο Λένα Διβάνη, Ελλάδα και μειονότητες, Το σύστημα διεθνούς προστασίας της κοινωνίας των Εθνών, Αθήνα  1995 (β’έκδ.), σ.224, υποσ.14).
[15] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικές μειονότητες, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου  αιώνα, Αθήνα 2003, τόμ. Β’ μέρος 2ο, σ.12.
[16] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Μουσουλμανικές κοινότητες στην Ελλάδα πριν και μετά το 1923: Δικαιικές συνέχειες και ιδεολογικές ασυνέπειες, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.378. Οι διάσπαρτες αυτές μικρο-ομάδες των αλβανόφωνων μουσουλμάνων της Μακεδονίας αφομοιώθηκαν ή εγκατέλειψαν την Ελλάδα (ό.π., σ.379).
[17] «Members of the Greek Orthodox religion and of Albanian origin in Turkey should be exempted from the exchange on two grounds, because they were not members of the Greek minority in Turkey according to the meaning of the Convention, and in reciprocity to the exclusion from the exchange of Moslems of Albanian origin in Greece. The Turkish delegation in the four cases that were presented was not willing to take this view, but the Commission decided in favor of the exemption» (Stephen Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, New York 1932, σ.384. Commission Mixte,Procès verbaux V, 65th meeting, 16.8.1924).
[18] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Ανιχνεύοντας το ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της Ανταλλαγής, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.30-1. Commission Mixte pour l’èchange des populations grecques et turques, Dècision XXXV, σ.78, Αρχείο Αλ.Πάλλη, Φάκελλος 8. Οι ανωτέρω πηγές παρατίθενται στο Τσιτσελίκης, ό.π., σ.38. Βλ.και Clark, ό.π., σ.127.
[19] Δ’ Σώμα Στρατού, ΙΙον Επιτελ.Γραφείον, Αριθ.Ε.Π. 11658/4312/2/21.11.1922. Α.Υ.Ε. 1923/Φ.7/υποφ.2/τμ.2.
[20] Οι Γκαγκαβούζηδες, «ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής το 1924, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η εγκατάστασή τους αυτή τη φορά στα ελληνικά εδάφη ήταν μόνιμη» (Χρήστος Κοζαρίδης, Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες, Κομοτηνή, 2009, οπισθόφυλλο).
[21] Ευάγγελος Αυδίκος, Χάλασε το χωριό μας χάλασε. Ιστορίες περί ακμής και πτώσης στη Λευκίμη Έβρου, Αλεξανδρούπολη 2002, σ.200.
[22] Οι Ζαλουφιώτες έγραφαν προς την ελληνική κυβέρνηση: «[…] εφιλοτιμήθημεν να έχωμεν υπ’όψιν τα ύψιστα συμφέροντα της πατρίδος και του έθνους μας[…]», «[…]επροτιμήσαμεν την φυγήν διά της ενεργείας των Πατριαρχείων εις το ελεύθερον χώμα των προγόνων μας[…]», «[…] και να φύγωμεν ενταύθα εις το ελεύθερον χώμα» (Επιστολές (2) Ζαλουφιωτών προς Υπουργείο Εξωτερικών, 17.3.1914. Α.Υ.Ε. 1914, Φ.Β/44 (Περί Θράκης)).
[23] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.23-4. «[…] είκοσι τέσσερις τοπικοί ηγέτες μουσουλμάνων της Ρούμελης που ζούσαν στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Δυτικής Θράκης και της Αττικής […] έλεγαν το ίδιο πράγμα: «[…] σας παρακαλούμε να εγκαταλείψετε αυτή την ιδέα περί ανταλλαγής πληθυσμών. Εμείς ζούμε με τους Έλληνες σαν αδέρφια αιώνες τώρα. Δεν μας ενοχλούν στα τζαμιά ή στα σχολεία μας. Ζούμε σε καθεστώς ισότητας με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες. Μη μας πάρετε από τον τόπο μας και την πατρίδα μας. Μη μας χωρίσετε από τους γείτονες και τους φίλους μας» (Ayhan Aktar, Το πρώτο έτος της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών: Σεπτέμβριος 1922-Σεπτέμβριος 1923, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.136).
[24] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.27-8.
[25] Οι Αρβανίτες δεν συμπεριελήφθησαν σε καμία συνθήκη περί μειονοτήτων: Το 1830, με το 3ο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3.2.1830, η Ελλάδα δεσμεύτηκε για τη θρησκευτική, αστική και πολιτική ισότητα στους καθολικού δόγματος κατοίκους της Ελλάδος. Η προστασία των καθολικών επεκτάθηκε και στα Ιόνια νησιά με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου της 29.3.1864. Το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, η τελευταία δεσμεύθηκε για τη θρησκευτική ελευθερία και την κοινοτική αυτονομία των μουσουλμάνων της Θεσσαλίας με την ελληνοτουρκική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης που υπεγράφη στις  2.7.1881.  Οι επόμενοι μειονοτικοί όροι περιέχονταν στις επιστολές που αντήλλαξαν ο Βενιζέλος και ο Μαγιορέσκου (Πρωθυπουργός της Ρουμανίας) στο Βουκουρέστι στις 5.8.1913 και για πρώτη φορά αφορούσαν γλωσσική (ή κατ'άλλους εθνική) μειονότητα, τους ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχους. Με το άρθρο 11 της Σύμβασης των Αθηνών που υπεγράφη στις  14.11.1913 εξασφαλίζονταν η θρησκευτική ελευθερία και η κοινοτική αυτονομία των Μουσουλμάνων των Νέων Χωρών.  Με τη συνθήκη των Σεβρών (10.8.1920) η Ελλάδα εγγυήθηκε την προστασία των μειονοτικών πληθυσμών των προσαρτηθεισών περιοχών. Στο Άρθρο 86 της εν λόγω συνθήκης αναφερόταν ότι «η  Ελλάς αποδέχεται, δεχομένη και την εν ιδιαιτέρα Συνθήκη καταχώρισίν των, τας αποφάσεις εκείνας, αίτινες θα κριθώσιν αναγκαίαι, ιδίως ως προς την Αδριανούπολιν, προς προστασίαν εν Ελλάδι των συμφερόντων των κατοίκων οίτινες διαφέρουσι της πλειονότητος του πληθυσμού ως προς την φυλήν, την γλώσσαν ή την θρησκείαν» (Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των συμμάχων και συνησπισμένων δυνάμεων και της Τουρκίας. Υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920. Εθνικό Τυπογραφείο Αθήνα 1920,σ.24. Διβάνη, ό.π., σσ.75,81,88-9).
[26] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι, ό.π..
[27] Μιχάλης Κοκολάκης, Το Ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι. Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο (1820-1913), Αθήνα 2003, σσ.58-9, υποσ.71.
[28] «Για τον καθηγητή της Σορβόννης Jules Soury, ο κόσμος των κοινωνιών διοικείται από σιδερένιους, μοιραίους νόμους. Η ελευθερία επιλογής είναι μύθος, όπως και η έννοια του ηθικού ανθρώπου.[…] Σύμφωνα με τον Jules Soury «οι νόμοι της μοίρας» κυβερνούν τον κόσμο. Οι άνθρωποι δεν έχουν ηθική υπόσταση, ούτε αποτελούν υποκείμενα της ιστορίας αλλά απλώς υποχείριά της. Η ανθρώπινη συνείδηση δεν παίζει κανέναν ρόλο, ούτε ο νους και η σκέψη» (Πέτρος Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας. Έθνος, νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Θεσσαλονίκη  2004,  σ.90). «Στη θεωρία του Fichte το γερμανικό έθνος ως «συλλογικό εγώ» αποτελεί και προνομιακό είδωλο όλης της ανθρωπότητας και αναλαμβάνει το μέλλον της. […] Το πρώτο από τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν αυτό του «γενετικού προσδιορισμού του έθνους», η πίστη δηλαδή ότι κάθε Γερμανός είναι γενετικά δεμένος με το έθνος του και δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί την ταυτότητά του, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόδραστο πεπρωμένο» (Θεοδωρίδης, ό.π., σσ.82-3).
[29] Παρ’ότι στην Ανατολική Πρωσία υπήρχαν πολλοί σλαβόφωνοι, το ποσοστό του δημοψηφίσματος που έλαβε χώρα στις 11.7.1920 ήταν συντριπτικό υπέρ της παραμονής της περιοχής στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης: 92% ήταν το ποσοστό στην περιφέρεια Allenstein/Olsztyn και επίσης 92% στην περιφέρεια Marienweider/Kwidzyn. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη Sthuhm/Sztum, στην οποία οι σλαβόφωνοι ήταν 42%, μόλις το 19,7% ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Πολωνία.
[30] H Καρινθία (Kärnten) είναι ένα από τα εννιά ομόσπονδα κρατίδια (bundesländer)  της Αυστρίας. Έχει έκταση 9.538 τ.χλμ. και πληθυσμό 559.019 κατοίκους. Είναι το μοναδικό κρατίδιο της χώρας που είναι επίσημα δίγλωσσο με δεύτερη γλώσσα τα σλοβενικά. Μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε εφαρμογή της συνθήκης του Saint-Germain (10.9.1919), θα διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το αν η Καρινθία θα αποτελούσε έδαφος της Αυστρίας ή του «βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η περιοχή χωρίστηκε σε δύο ζώνες για το δημοψήφισμα. Στη ζώνη Α, σύμφωνα με την αυστριακή απογραφή του 1910, οι σλοβενόφωνοι αποτελούσαν το  70% των κατοίκων. Στο δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 10.10.1920, το 59,1% (22.025 ψήφοι) επέλεξε να ενσωματωθεί η Καρινθία στην Αυστρία, έναντι ποσοστού 40,9% (15.279 ψήφοι) που ψήφισε υπέρ της ένωσης με το «βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η προτίμηση της σλοβενόφωνης πλειοψηφίας να συνυπάρξει με ένα πλούσιο και σταθερό κράτος το οποίο θα εγγυάτο τη διατήρηση της σλοβενικής γλώσσας σε όλα τα επίπεδα (πράγμα που οι Αυστριακοί έπραξαν στο ακέραιο) από το να προσχωρήσει σε ένα ανομοιογενές, φτωχό και  θνησιγενές όπως αποδείχτηκε βασίλειο χωρίς κανένα λαμπρό μέλλον να προδιαγράφεται σε αυτό, ήταν καταφανής. Βλ. Thomas Barker and Andreas Moritsch, The Slovene Minority of Carinthia, New York, 1984.
[31] Με τη συνθήκη του Saint-Germain, η Σόπρον και η γύρω  γερμανόφωνη περιοχή επιδικάστηκε αρχικά στην Αυστρία. Έπειτα από αντιδράσεις των κατοίκων, θα αποφασιζόταν σε δημοψήφισμα σε ποια χώρα θα προσχωρούσε η περιοχή αυτή. Το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 14.12.1921 και το 65% των γερμανόφωνων κατοίκων της πόλης ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Ουγγαρία. Οι περιοχές που ψήφισαν ένωση με την Αυστρία ενσωματώθηκαν με αυτήν και  αποτελούν σήμερα το ομόσπονδο αυστριακό κρατίδιο Burgenland.
[32] Η Ελλάδα εκτόπισε αρκετούς Βούλγαρους από την ελληνική μεθόριο της Δυτικής Θράκης προς τα ελληνικά νησιά: «Τη στιγμή που τα στρατεύματα του Κεμάλ πολεμούσαν στο μέτωπο του Σαγγάριου και η νίκη τους ήταν πολύ προβληματική, οι Βούλγαροι της Δ.Θράκης συνεργαζόμενοι με τους Τούρκους προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες παρενοχλώντας τα νώτα του ελληνικού στρατού και μη επιτρέποντας στους Έλληνες να αποσπάσουν ούτε έναν στρατιώτη στο μέτωπο του Σαγγάριου. Γι’αυτό άλλωστε και η ελληνική κυβέρνηση μας εξόρισε στα νησιά» (Άρθρο της εφημερίδας «Νότος» της Φιλιππούπολης στις 9.10.23, που κατηγορεί τους Τούρκους για αχαριστία. Παρατίθεται στο Διβάνη, ό.π., σ.311, υποσ.32).
[33] «Οι Έλληνες πρόσφυγες που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν φτάσει από την ανατολική Θράκη στρατοπέδευαν  όπου μπορούσαν και Έλληνες χωροφύλακες και στρατιώτες έδιωχναν συνεχώς τους μουσουλμάνους για να δημιουργήσουν χώρο» (Clark, ό.π., σ.124. Βλ. και σσ.162-3, 179).
[34] Τσιτσελίκης,  ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.26-7. Το άρθρο 2 της Συνθήκης της Λωζάνης όριζε αυτούς που θα εξαιρούνταν από την Ανταλλαγή, τους αποκαλούμενους établis (εγκατεστημένοι). Στην Τουρκία αυτοί ήταν οι Έλληνες  που ήταν εγκατεστημένοι στην επαρχία Κωνσταντινούπολης πριν από τις 31.10.1918 και στην Ελλάδα οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Ως συνέπεια του άρθρου 2, περίπου 130.000 Μουσουλμάνοι και άλλοι τόσοι Έλληνες δεν αντηλλάχθησαν. Βλ. και Αθανάσιος Πρωτονοτάριος, Το προσφυγικόν πρόβλημα από ιστορικής, νομικής και κρατικής απόψεως, Αθήνα 1929, σσ.35-9.
[35] Baskin Oran, Διδάγματα από τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης της Λοζάνης, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, ό.π., σ.296. «Ο τουρκικός τύπος καθημερινά δημοσίευε καταγγελίες κατά της Ελλάδας για παραβιάσεις των υποχρεώσεων που ανέλαβε στη Λωζάνη. Αναφερόταν επίσης σε εκτοπισμό των Μουσουλμάνων κατά μήκος του Έβρου με την οικοδόμηση νέων χωριών για τους πρόσφυγες» (Διβάνη, ό.π., σ.179).